Η βιόλα

Η βιόλα μερικές φορές θεωρείται ο φτωχός συγγενής της οικογένειας των εγχόρδων, χωρίς αυτό να μας εκπλήσσει ιδιαίτερα: το κοντραμπάσο έχει τη θέση του παππού της ορχήστρας, το βιολί την οδηγεί και το τσέλο χρησιμοποιείται με πολλούς διαφορετικούς τρόπους εξαιτίας του όμορφου, μειλίχιου τόνου του. Αλλά η βιόλα, θαμμένη μέσα στα έγχορδα έχει σπανίως την ευκαιρία να λάμψει ως σόλο όργανο. Η βιόλα είναι μόνο κατά το ένα έβδομο μεγαλύτερη από το βιολί. Εκτός από το μεγαλύτερο μέγεθος της είναι εντελώς όμοια με αυτό. Το δοξάρι της βιόλας είναι κι αυτό λίγο μεγαλύτερο από του βιολιού. Οι χορδές της βιόλας ξεκινούν από Ντο που είναι μία οκτάβα χαμηλότερα από το μέσο Ντο και κουρδίζονται σε διαστήματα πέμπτης (Ντο, Σολ, Ρε και Λα). Οι ανοικτές χορδές αναπαράγουν ακριβώς την έκταση του τσέλου αλλά μία οκτάβα ψηλότερα. Το όνομα «βιόλα» χρησιμοποιήθηκε αρχικά για την βιόλα ντα γκάμπα, ένα όργανο που κρατιόταν ανάμεσα στα πόδια. Αλλά ήταν η βιόλα ντα μπράτσο ο αληθινός πρόγονος του βιολιού και της

Μπέντριχ Σμέτανα - Εισαγωγή Λιμπούσε (Libuše Overture)

Η όμορφη Πράγα όπου ήρθε να σπουδάσει ο Σμέτανα. Προτιμούσε να παρακολουθεί τις συναυλίες παρά να πηγαίνει στο σχολείο.


Το 1848 ξέσπασαν φιλελεύθερες επαναστάσεις σε ολόκληρη την Ευρώπη. Οι περισσότερες συνετρίβησαν αλλά η επίδρασή τους έδωσε στους απλούς ανθρώπους μια πρωτόφαντη περηφάνια για την εθνική τους ταυτότητα. Αυτό το αίσθημα ήταν ιδιαίτερα ισχυρό στη Βοημία όπου οι Τσέχοι ήταν για αιώνες υπό την κυριαρχία των Αψβούργων, των μοναρχών της Αυστρίας.

Αυτή την αναγέννηση του πατριωτισμού, μετέφερε ο Μπέντριχ Σμέτανα στη μουσική της τρίπρακτης όπεράς του Λιμπούσε, που έγραψε από το 1869 έως το 1872. Καθώς ο Σμέτανα υπήρξε εξαιρετικός τεχνίτης του συμφωνικού ποιήματος, οι όπερές του διέθεταν φρεσκάδα και δραματική ένταση.

Μολονότι επηρεάστηκε βαθιά από τον Ρίχαρντ Βάγκνερ και τον Φραντς Λιστ, έπλασε μια ιδιαίτερα προσωπική, συγκλονιστική μουσική που εξήψε το πνεύμα του Τσέχικου λαού. Η όπερα αναφέρεται στα θρυλικά γεγονότα που οδήγησαν στην εγκαθίδρυση της πρώτης βασιλικής Βοημικής δυναστείας των Πρέμισλιντς τον 13ο αιώνα.

Η όπερα δεν ήταν απλώς ένα σκηνικό έργο, αλλά μάλλον ένα έπος προορισμένο να παρουσιάζεται σε μεγάλες εορταστικές περιστάσεις. "Θεωρώ αυτήν την όπερα ως το τελειότερο δραματικό έργο μου", είπε ο ίδιος ο Σμέτανα για τη Λιμπούσε. Εβδομήντα χρόνια αργότερα όταν οι Ναζί κατέλαβαν την Τσεχοσλοβακία κατά τη διάρκεια του Β΄Παγκοσμίου Πολέμου, συνειδητοποίησαν ότι η όπερα εξακολουθούσε να εξάπτει τον πατριωτισμό των Τσέχων και την απαγόρευσαν.

Η επιβλητική φανφάρα των τρομπετών που αντηχεί στην αρχή της Εισαγωγής Λιμπούσε, επικαλείται το θρυλικό βασιλικό κόσμο που είναι και το θέμα της όπερας. Εν τούτοις, το απαλότερο και πιο λυρικό μέρος του φλάουτου και του όμποε που ακολουθεί, δηλώνει πως η Λιμπούσε αναφέρεται τόσο στα ανθρώπινα πάθη όσο και στη βασιλική μεγαλοπρέπεια και τα ηρωικά κατορθώματα.

Η ορχήστρα παραλαμβάνει το λυρικό θέμα από τα πνευστά και το αναπτύσσει προσθέτοντας νέα στοιχεία βασιλικού μεγαλείου, για να επιστρέψει σε μια μελαγχολική διάθεση. Η αρχική φανφάρα ακούγεται μακρινή πριν τη δραματική επάνοδο της ορχήστρας, που την αναγγέλλει ο ρυθμικός χτύπος των τυμπάνων. Αυτό το έντονα πατριωτικό και συγκινητικό έργο τελειώνει με μια γαλήνια νότα.



Σχόλια