Η βιόλα

Η βιόλα μερικές φορές θεωρείται ο φτωχός συγγενής της οικογένειας των εγχόρδων, χωρίς αυτό να μας εκπλήσσει ιδιαίτερα: το κοντραμπάσο έχει τη θέση του παππού της ορχήστρας, το βιολί την οδηγεί και το τσέλο χρησιμοποιείται με πολλούς διαφορετικούς τρόπους εξαιτίας του όμορφου, μειλίχιου τόνου του. Αλλά η βιόλα, θαμμένη μέσα στα έγχορδα έχει σπανίως την ευκαιρία να λάμψει ως σόλο όργανο. Η βιόλα είναι μόνο κατά το ένα έβδομο μεγαλύτερη από το βιολί. Εκτός από το μεγαλύτερο μέγεθος της είναι εντελώς όμοια με αυτό. Το δοξάρι της βιόλας είναι κι αυτό λίγο μεγαλύτερο από του βιολιού. Οι χορδές της βιόλας ξεκινούν από Ντο που είναι μία οκτάβα χαμηλότερα από το μέσο Ντο και κουρδίζονται σε διαστήματα πέμπτης (Ντο, Σολ, Ρε και Λα). Οι ανοικτές χορδές αναπαράγουν ακριβώς την έκταση του τσέλου αλλά μία οκτάβα ψηλότερα. Το όνομα «βιόλα» χρησιμοποιήθηκε αρχικά για την βιόλα ντα γκάμπα, ένα όργανο που κρατιόταν ανάμεσα στα πόδια. Αλλά ήταν η βιόλα ντα μπράτσο ο αληθινός πρόγονος του βιολιού και της

Τζοακίνο Ροσσίνι - Άρια από την όπερα Σταχτοπούτα (La Cenerentola) "Nacqui all' affanno e al pianto"

Σκηνικό για την Πρώτη πράξη της όπερας Σταχτοπούτα σχεδιασμένο από τον Alessandro Sanquirico για την παράσταση που ανέβηκε στο θέατρο Λα Σκάλα το 1817.  
 

Η όπερα του Τζοακίνο Ροσσίνι με τον τίτλο Σταχτοπούτα (La Cenerentola) βασίζεται στο γνωστό παραμύθι και παρουσιάστηκε πρώτη φορά στη Ρώμη το 1817. Την άρια αυτή "Η ζωή μου είναι θλίψη και δάκρυα" τραγουδά η ηρωίδα στο φινάλε του έργου.

Δυνατές συγχορδίες, αρμονικές ακολουθίες των ξύλινων πνευστών και επαναληπτικές συγχορδίες των εγχόρδων αρχίζουν αυτήν την άρια. Ο Ροσσίνι έγραψε το ρόλο της Σταχτοπούτας για coloratura mezzo soprano, δηλαδή για μια φωνή ελαφρά χαμηλότερη από μία σοπράνο, κατάλληλη για ευαίσθητο και περίτεχνο τραγούδι. Από την αρχή είναι φανερό ότι ο συνθέτης παρέμεινε πιστός στο χαρακτηρισμό και έγραψε ένα εξαιρετικά απαιτητικό μέρος.

Το δεύτερο μισό της άριας συνοδεύει μια ελαφρότερη, τραγουδιστική μουσική. Αλλά προς το τέλος η άρια γίνεται πιο απαιτητική για τη σολίστ. Πρέπει να εκτελέσει μια μελωδία που ανεβαίνει ψηλά στο φωνητικό φάσμα και κατέρχεται στα χαμηλότερα άκρα του. Μετά την τελευταία φωνητική φιοριτούρα της Σταχτοπούτας, η ορχήστρα ολοκληρώνει το έργο.


Σχόλια