Τζοακίνο Ροσσίνι - Γεγονότα σε ημερομηνίες

Το εξωτερικό της Λα Σκάλα, της περίφημης όπερας του Μιλάνου, όπου παρουσιάστηκαν πολλές όπερες του Τζοακίνο Ροσσίνι. 1792  Ο Τζοακίνο Ροσσίνι γεννιέται στις 29 Φεβρουαρίου στο Πέζαρο, Ιταλία. 1804  Συνθέτει τις  Έξι Σονάτες Εγχόρδων. 1806  Γράφεται στη Μουσική Σχολή της Μπολόνια, γράφει την πρώτη του όπερα,  Δημήτριος και Πολύβιος. 1810  Γράφει αρκετές επιτυχημένες κωμικές όπερες:  Το Συμβόλαιο του Γάμου ,  Η Παράξενη Παρεξήγηση  και άλλες. 1813  Πρεμιέρα του πρώτου σοβαρού αριστουργήματός του,  Tancredi , στο θέατρο La Fenice της Βενετίας. 1815  Μετακομίζει στη Νάπολη, αρχίζει να συνθέτει την όπερα  Ο Κουρέας της Σεβίλλης , γνωρίζει την Ιζαμπέλα Κολμπράν. 1822  Παντρεύεται την Ιζαμπέλα Κολμπράν, εγκαταλείπει την Ιταλία και φεύγει στο Παρίσι και στην Αγγλία. 1824  Επιστρέφει και εγκαθίσταται στο Παρίσι. 1829  Συνθέτει τον  Γουλιέλμο Τέλο , αποφασίζει να μην ξαναγράψει όπερα. 1837  Συζεί με την Ολυμπία Πελισιέ, υποφέρει από την αρρώστια. 1846  Παντρεύεται την Ολυμπία Πελισιέ. 1857  Αρχ

Γιόχαν Στράους ΙΙ - Ιστορίες από το Δάσος της Βιέννης, Έργο 325

Η αγάπη του Γιόχαν Στράους ΙΙ για τη βιεννέζικη ζωή είναι προφανής σε αυτό το βαλς που το έγραψε το 1868. Είχε μόλις επιστρέψει από τη θριαμβευτική επίσκεψή του στο Παρίσι και αυτό το βαλς είναι ένας ύμνος της ζωής στη γενέθλια πόλη του. Οι άνθρωποι της πόλης συνήθιζαν να εκδράμουν στις "heuringen" ή εξοχικές ταβέρνες, να πίνουν και να γεύονται τον καθαρό αέρα και η ατμόσφαιρα αυτών των εύθυμων εκδρομών εκφράζεται στη ζωηρή μελωδία στο έργο Ιστορίες από το Δάσος της Βιέννης.

Πρόκειται για ένα από τα πιο παραστατικά βαλς του Στράους και ένα από τα πιο δημοφιλή του. Τα θέματα που εκτίθενται με τέτοιον τρόπο ώστε να υποβάλλουν τους ήχους της Βιεννέζικης εξοχής και της διασκέδασης των χωρικών.

Μετά από μια μακριά εισαγωγή με μελαγχολική κυνηγετικά κόρνα, σφριγηλές μελωδίες συνυφαίνονται με κελαηδίσματα πουλιών, λαϊκούς χορούς και μια μικρή αξέχαστη μελωδία στο τσίτερ, το οποίο και παρουσιάζει έναν παλιό αυστριακό χορό που ονομάζεται "λέντλερ". Το τσίτερ ήταν το πιο συνηθισμένο μουσικό όργανο των χωρικών και των λαϊκών μουσικών την εποχή του Στράους. Ο Στράους λοιπόν, εδώ, επικαλείται έναν άμεσα αναγνωρίσιμο ήχο που ακουγόταν για αρκετές γενιές στις εξοχικές ταβέρνες έξω από την πόλη.  Μετά την αναγγελία του ρυθμού του βαλς, τα έγχορδα γλιστρούν γλυκά και απαλά στην κύρια μελωδία.

Σύντομα η μουσική αποκτά το βηματισμό της. Διάφορες μελωδίες εισάγονται και επαναλαμβάνονται. Συχνά κάποιο τμήμα της ορχήστρας αναλαμβάνει με έμφαση, δημιουργώντας έναν θαυμάσιο χρωματικό συνδυασμό.

Η coda επιστρέφει στο θέμα του βαλς, που για μια ακόμη φορά παίζεται από το τσίτερ και καθώς η μουσική καταδύεται στην τελική της κλίμακα, ένα τελευταίο ρολάρισμα των τυμπάνων καταλήγει σε μια φιοριτούρα.



Σχόλια