Η βιόλα

Η βιόλα μερικές φορές θεωρείται ο φτωχός συγγενής της οικογένειας των εγχόρδων, χωρίς αυτό να μας εκπλήσσει ιδιαίτερα: το κοντραμπάσο έχει τη θέση του παππού της ορχήστρας, το βιολί την οδηγεί και το τσέλο χρησιμοποιείται με πολλούς διαφορετικούς τρόπους εξαιτίας του όμορφου, μειλίχιου τόνου του. Αλλά η βιόλα, θαμμένη μέσα στα έγχορδα έχει σπανίως την ευκαιρία να λάμψει ως σόλο όργανο. Η βιόλα είναι μόνο κατά το ένα έβδομο μεγαλύτερη από το βιολί. Εκτός από το μεγαλύτερο μέγεθος της είναι εντελώς όμοια με αυτό. Το δοξάρι της βιόλας είναι κι αυτό λίγο μεγαλύτερο από του βιολιού. Οι χορδές της βιόλας ξεκινούν από Ντο που είναι μία οκτάβα χαμηλότερα από το μέσο Ντο και κουρδίζονται σε διαστήματα πέμπτης (Ντο, Σολ, Ρε και Λα). Οι ανοικτές χορδές αναπαράγουν ακριβώς την έκταση του τσέλου αλλά μία οκτάβα ψηλότερα. Το όνομα «βιόλα» χρησιμοποιήθηκε αρχικά για την βιόλα ντα γκάμπα, ένα όργανο που κρατιόταν ανάμεσα στα πόδια. Αλλά ήταν η βιόλα ντα μπράτσο ο αληθινός πρόγονος του βιολιού και της

Η Κοντσερτίνα

 

Το 1829 ο Βρετανός οργανοποιός Σερ Τσαρλς Ουίτστοουν σχεδίασε την κοντσερτίνα. Το όργανο αποτελούσε μια παραλλαγή του ακορντεόν, ενός φορητού οργάνου με γλωττίδες που είχε πρωτοεμφανιστεί στη Γερμανία λίγα χρόνια νωρίτερα. Από την αρχική σοπράνο κοντσερτίνα αναπτύχθηκε μια ολόκληρη οικογένεια οργάνων, η οποία επεκτείνεται από την υψίφωνο μέχρι τη βαθύφωνο.

Η κοντσερτίνα αποτελείται από δύο εξαγωνικές πλευρές που συνδέονται μεταξύ τους με φυσερά. Ο ήχος παράγεται καθώς τα χέρια του εκτελεστή ανοίγουν και κλείνουν τα φυσερά, ωθώντας τον αέρα στις γλωττίδες. Σε αμφότερες τις πλευρές του οργάνου υπάρχουν κουμπιά - έμβολα που λειτουργούν με τα μεσαία δάχτυλα.

Στην αρχική αγγλική κοντσερτίνα (που θεωρείται ο καλύτερος τύπος του οργάνου), οι αντίχειρες περνούν μέσα από δερμάτινες λωρίδες, ενώ τα μικρά μεταλλικά υποστηρίγματα εξασφαλίζοντας σταθερότητα στο κράτημα του οργάνου.

Η κοντσερτίνα είναι ένα αυστηρά μελωδικό όργανο - τα κουμπιά στις πλευρές του οργάνου παράγουν μοναδικές νότες. Το κούρδισμα του οργάνου γίνεται συνήθως στην τονικότητα του Ντο, ενώ τα κουμπιά παράγουν εναλλακτικά μια ανιούσα σειρά φθόγγων, από δεξιά προς τα αριστερά.

Ο διαπεραστικός ένρινος ήχος της κοντσερτίνας παράγεται από τη δόνηση χάλκινων ή ατσάλινων λωρίδων. Τα κλάσματα αυτά ονομάζονται "ελεύθερες γλωττίδες". Το όνομα προέρχεται από την ελεύθερη δόνηση της μεταλλικής γλώσσας στην παροχή του αέρα. Η επινοητική κατασκευή του οργάνου επιτρέπει τη "διπλή λειτουργία" της γλωττίδας με το πάτημα ενός κουμπιού η ίδια νότα μπορεί να ηχεί και κατά τις δύο διευθύνσεις των φυσερών.

Πώς λειτουργεί η κοντσερτίνα

Οι "ελεύθερες γλωττίδες" δονούνται καθώς περνάει ο αέρας πάνω τους, από μια διεύθυνση μόνο, από το σταθερό προς το ελεύθερο άκρο. Έτσι, όπως φαίνεται στην εικόνα, ο αέρας διοχετεύεται στην γλωττίδα από την πλευρά του πριτσινιού που τη σταθεροποιεί και περνάει από πάνω της. Αυτό προξενεί τη δόνηση της γλωττίδας και παράγει τον ήχο, ο οποίος εξέρχεται από τη χαραμάδα που υπάρχει κάτω της.

Μια δεύτερη γλωττίδα που δίνει την ίδια νότα
, στερεώνεται στην αντίθετη πλευρά της βάσης, αλλά κατ΄αντίστροφη διεύθυνση. Τον μηχανισμό λειτουργίας του οργάνου συμπληρώνει μια βαλβίδα, που κλείνει τη χαραμάδα κάθε γλωττίδας από κάτω και εμποδίζει τον αέρα να διαφύγει, όταν ηχεί η άλλη γλωττίδα. 

Σχόλια