Η βιόλα

Η βιόλα μερικές φορές θεωρείται ο φτωχός συγγενής της οικογένειας των εγχόρδων, χωρίς αυτό να μας εκπλήσσει ιδιαίτερα: το κοντραμπάσο έχει τη θέση του παππού της ορχήστρας, το βιολί την οδηγεί και το τσέλο χρησιμοποιείται με πολλούς διαφορετικούς τρόπους εξαιτίας του όμορφου, μειλίχιου τόνου του. Αλλά η βιόλα, θαμμένη μέσα στα έγχορδα έχει σπανίως την ευκαιρία να λάμψει ως σόλο όργανο. Η βιόλα είναι μόνο κατά το ένα έβδομο μεγαλύτερη από το βιολί. Εκτός από το μεγαλύτερο μέγεθος της είναι εντελώς όμοια με αυτό. Το δοξάρι της βιόλας είναι κι αυτό λίγο μεγαλύτερο από του βιολιού. Οι χορδές της βιόλας ξεκινούν από Ντο που είναι μία οκτάβα χαμηλότερα από το μέσο Ντο και κουρδίζονται σε διαστήματα πέμπτης (Ντο, Σολ, Ρε και Λα). Οι ανοικτές χορδές αναπαράγουν ακριβώς την έκταση του τσέλου αλλά μία οκτάβα ψηλότερα. Το όνομα «βιόλα» χρησιμοποιήθηκε αρχικά για την βιόλα ντα γκάμπα, ένα όργανο που κρατιόταν ανάμεσα στα πόδια. Αλλά ήταν η βιόλα ντα μπράτσο ο αληθινός πρόγονος του βιολιού και της

Γιόχαν Στράους ΙΙ - Αυτοκρατορικό Βαλς, Έργο 437

Ο Στράους έπαιζε συχνά στις αστραφτερές Αυτοκρατορικές χοροεσπερίδες, διευθύνοντας την ορχήστρας και παίζοντας ταυτόχρονα το πρώτο βιολί.


Η μεγαλοπρεπής έναρξη αυτού του συναρπαστικού βαλς υποβάλλει το σκηνικό του εορτασμού της 40ης επετείου της ηγεμονίας του Αυστριακού Αυτοκράτορα Φραντς Γιόζεφ το 1888. Ο Γιόχαν Στράους ΙΙ ήταν Μουσικός Διευθυντής των Χοροεσπερίδων της Αυτοκρατορικής Αυλής από το 1863 μέχρι το 1872 και συνέθετε κατά περίσταση για τον εορτασμό κάποιας αυτοκρατορικής επετείου.

Η ευστροφία της μελωδίας του Αυτοκρατορικού Βαλς, το οποίο είχε αρχικά ενορχηστρωθεί για μια πλήρη ορχήστρα, είναι τέτοια ώστε προσαρμόστηκε εύκολα για τα τέσσερα ή πέντε όργανα ενός συνόλου δωματίου από τον Αυστριακό συνθέτη Άρνολντ Σένμπεργκ το 1925.

Αυτό το βαλς είναι ένα τρυφερό και κάπως μελαγχολικό έργο, που κάποιες στιγμές στρέφει το βλέμμα νοσταλγικά στην παλιά Βιέννη. Το βαλς υμνεί τη μεγαλειότητα και την αξιοπρέπεια του γηραιού μονάρχη, που υπήρξε απόλυτα αφοσιωμένος στο λαό του.

Αρχίζει με ένα μεγαλοπρεπές, θαυμάσιο εμβατήριο, το οποίο σύντομα ανακτά δύναμη για να φτάσει σε ένα forte ολόκληρης της ορχήστρας. Αυτό διακόπτεται ξαφνικά και επιτρέπει στα ηχηρά τρομπόνια να επιβραδύνουν τη μουσική σε ένα pianissimo προτού ξεκινήσει ένα λυρικό μέρος των βιολιών.

Κατόπιν, αφού υπαινιχθεί το θέμα του, η ορχήστρα κινείται απαλά και εκφραστικά στο καθαυτό βαλς. Μελαγχολικό και ευγενικό αρχικά, μεταβάλλεται σε ενθουσιώδες και χαρμόσυνο καθώς εισάγονται νέες μελωδίες και θέματα.

Το βαλς υποβάλλει μεταξύ άλλων, μια επιβλητική αυτοκρατορική πομπή, ένα Βιεννέζικο δημοτικό χορό και στιγμές ηρεμίας. Στην coda επιστρέφει η βασική μελωδία του βαλς και τα θέματα παραλλάσσονται και επαναλαμβάνονται.

Τέλος, μια γαλήνια υμνητική απότιση φόρου τιμής στον Αυτοκράτορα στα βαθύχορδα προλογίζει μια αξέχαστη επανάληψη του βαλς με τα ξύλινα πνευστά πριν από μια τελική φιοριτούρα της τρομπέτας.



Σχόλια