Η βιόλα

Η βιόλα μερικές φορές θεωρείται ο φτωχός συγγενής της οικογένειας των εγχόρδων, χωρίς αυτό να μας εκπλήσσει ιδιαίτερα: το κοντραμπάσο έχει τη θέση του παππού της ορχήστρας, το βιολί την οδηγεί και το τσέλο χρησιμοποιείται με πολλούς διαφορετικούς τρόπους εξαιτίας του όμορφου, μειλίχιου τόνου του. Αλλά η βιόλα, θαμμένη μέσα στα έγχορδα έχει σπανίως την ευκαιρία να λάμψει ως σόλο όργανο. Η βιόλα είναι μόνο κατά το ένα έβδομο μεγαλύτερη από το βιολί. Εκτός από το μεγαλύτερο μέγεθος της είναι εντελώς όμοια με αυτό. Το δοξάρι της βιόλας είναι κι αυτό λίγο μεγαλύτερο από του βιολιού. Οι χορδές της βιόλας ξεκινούν από Ντο που είναι μία οκτάβα χαμηλότερα από το μέσο Ντο και κουρδίζονται σε διαστήματα πέμπτης (Ντο, Σολ, Ρε και Λα). Οι ανοικτές χορδές αναπαράγουν ακριβώς την έκταση του τσέλου αλλά μία οκτάβα ψηλότερα. Το όνομα «βιόλα» χρησιμοποιήθηκε αρχικά για την βιόλα ντα γκάμπα, ένα όργανο που κρατιόταν ανάμεσα στα πόδια. Αλλά ήταν η βιόλα ντα μπράτσο ο αληθινός πρόγονος του βιολιού και της

To γαλλικό κόρνο


To γαλλικό κόρνο (κέρας) είναι ένα από τα πιο όμορφα και γοητευτικά όργανα της σύγχρονης ορχήστρας. Αποτελείται από μια σπειροειδή σωλήνωση από ασήμι ή χαλκό μήκους 3,7 μέτρων σε συμπαγή κυκλική μορφή. Μέλος της οικογένειας των χάλκινων πνευστών, είναι γνωστό για τον ζεστό, μειλίχιο ήχο του, μπορεί όμως να παράγει και υψηλούς τόνους. Ονομάζεται επίσης και διπλό κόρνο εξαιτίας της δυνατότητάς του να αποδίδει τον ήχο δύο κόρνων σε ένα. Όλα τα χάλκινα πνευστά παράγουν επιβλητικούς και διεγερτικούς ήχους. Έχουν συνοδεύσει στρατούς σε μάχες και εξακολουθούν να χρησιμοποιούνται στις φανφάρες των δημόσιων τελετών και των παρελάσεων. Τα όργανα αυτά είναι κατάλληλα όταν απαιτείται ήχος ισχυρός και αξιοπρεπής.

Το γαλλικό κόρνο είχε εξέχουσα θέση στην οικογένεια των χάλκινων πνευστών, αλλά η περιορισμένη εμβέλειά του, του απαγόρευε να γίνει ένα αποτελεσματικό καλλιτεχνικό εργαλείο και το περιόριζε στην παραγωγή ενός φάσματος ήχων όταν αυτό χρειαζόταν. Όλα άλλαξαν το 1815 με την ανακάλυψη της βαλβίδας.

Το νέο σύστημα βαλβίδων επέτρεψε στα χάλκινα πνευστά να εκτείνουν το φάσμα και την ακρίβεια των τόνων τους. Οι μουσικοί ανακάλυψαν επίσης ότι εισάγοντας το χέρι τους στη χοάνη μπορούσαν να δημιουργήσουν ένα επιπλέον φάσμα τόνων, μολονότι η ποιότητα δεν ήταν πολύ καλή.

Η μεταμόρφωση αυτή επηρέασε πρώτα και κύρια το γαλλικό κόρνο. Καταγόμενο από το γαλλικό κυνηγετικό κόρνο, το όργανο δεν ήταν παρά ένα κομμάτι σπειροειδούς σωλήνα που κατέληγε σε μια χοάνη. Με την εισαγωγή βαλβίδων όμως το κόρνο μπορούσε να παράγει ένα ευρύτερο και ποιοτικότερο ηχητικό φάσμα που του άνοιξε το δρόμο της όπερας, στην οποία το εισήγαγε ο Βέλγος συνθέτης Φρανσουά Γκοσέκ το 1827.

Το γαλλικό κόρνο είναι πλέον σημαντικό μέλος της ορχήστρας. Εμπλουτίζει τον ήχο με διακριτικές αρμονίες και συνδυάζεται άνετα με τα ξύλινα πνευστά κι ακόμη με τα έγχορδα, χαρίζοντας στην ορχήστρα ένα ζεστό, αρμονικό ήχο.

Το ειδυλλιακό ύφος του κόρνου

Η εκτεταμένη χρήση των κόρνων στη Ρομαντική Συμφωνία του Μπρούκνερ τονίζει τις ρομαντικές εντυπώσεις που προκαλούσε το όργανο σε πολλούς άλλους συνθέτες.

Πίσω στον 18ο αιώνα - όσο διαρκούσε ακόμη η πραγματική Κλασική περίοδος - ο Μότσαρτ διατηρούσε το συσχετισμό κόρνου και κυνηγιού στα φανταχτερά φινάλε των κοντσέρτων του για κόρνο. 

Στις αρχές του 19ου αιώνα, ο Μπετόβεν έδωσε έμφαση στον περισσότερο ηρωικό ήχο του οργάνου στο Trio του Scherzo της Ηρωικής Συμφωνίας του.

Από τότε, οι συνθέτες χρησιμοποιούσαν συχνά το κόρνο, είτε για να υποβάλλουν την ατμόσφαιρα της υπαίθρου (Εισαγωγή στον Ελεύθερο Σκοπευτή του Βέμπερ) είτε για να δημιουργήσουν ένα κλίμα μαγείας (Εισαγωγή στον Όμπερον του ίδιου συνθέτη) ή πάλι, για να ερμηνεύσουν μια δυνατή ή ισχυρή νότα (το κάλεσμα του κόρνου του Ζίγκφριντ στον μεγάλο οπερατικό κύκλο του Βάγκνερ Το Δαχτυλίδι του Νιμπελούνγκεν).

Το κόρνο, σε ολόκληρο το φάσμα του - από τον τρυφερό, μειλίχιο τόνο έως τον διαπεραστικό μπρούτζινο ήχο του - εξακολουθεί να συναρπάζει τους συνθέτες του αιώνα μας. Για παράδειγμα, στη Σερενάτα για Τενόρο, Κόρνο και Έγχορδα του Μπέντζαμιν Μπρίτεν, το σάλπισμα ενός "φυσικού" ή παλαιού κυνηγετικού κόρνου (χωρίς βαλβίδες) αποδίδει την κατάλληλη ποιητική διάθεση.

Πώς λειτουργεί το γαλλικό κόρνο

Ο σπειροειδής χάλκινος σωλήνας του γαλλικού κόρνου είναι μακρύς και στενός και καταλήγει σε μια χοάνη. Διαθέτει τέσσερις βαλβίδες, τρεις από τις οποίες όταν πιεστούν, ανοίγουν σωλήνες που χαμηλώνουν τον τόνο. Όσο μακρύτερος είναι ο σωλήνας τόσο χαμηλότερος ο ήχος. Η τέταρτη βαλβίδα όμως ανεβάζει τον τόνο αποκλείοντας ένα τμήμα των σωληνώσεων. Έτσι το γαλλικό κόρνο έχει μια μοναδική ικανότητα συγκριτικά με τα άλλα όργανα να παράγει χαμηλούς αλλά και υψηλούς τόνους.



Σχόλια