Η βιόλα

Η βιόλα μερικές φορές θεωρείται ο φτωχός συγγενής της οικογένειας των εγχόρδων, χωρίς αυτό να μας εκπλήσσει ιδιαίτερα: το κοντραμπάσο έχει τη θέση του παππού της ορχήστρας, το βιολί την οδηγεί και το τσέλο χρησιμοποιείται με πολλούς διαφορετικούς τρόπους εξαιτίας του όμορφου, μειλίχιου τόνου του. Αλλά η βιόλα, θαμμένη μέσα στα έγχορδα έχει σπανίως την ευκαιρία να λάμψει ως σόλο όργανο. Η βιόλα είναι μόνο κατά το ένα έβδομο μεγαλύτερη από το βιολί. Εκτός από το μεγαλύτερο μέγεθος της είναι εντελώς όμοια με αυτό. Το δοξάρι της βιόλας είναι κι αυτό λίγο μεγαλύτερο από του βιολιού. Οι χορδές της βιόλας ξεκινούν από Ντο που είναι μία οκτάβα χαμηλότερα από το μέσο Ντο και κουρδίζονται σε διαστήματα πέμπτης (Ντο, Σολ, Ρε και Λα). Οι ανοικτές χορδές αναπαράγουν ακριβώς την έκταση του τσέλου αλλά μία οκτάβα ψηλότερα. Το όνομα «βιόλα» χρησιμοποιήθηκε αρχικά για την βιόλα ντα γκάμπα, ένα όργανο που κρατιόταν ανάμεσα στα πόδια. Αλλά ήταν η βιόλα ντα μπράτσο ο αληθινός πρόγονος του βιολιού και της

Μωρίς Ραβέλ - εισαγωγή

Σκίτσο από προσωπογραφία του Μωρίς Ραβέλ.

Κι όμως τούτος ο ευφάνταστος δημιουργός δεν είναι ο συνθέτης του ενός έργου όπως πολλοί νομίζουν. Πέραν του πασίγνωστου, αισθαντικού Μπολερό - μουσικός μύθος που έγινε θέμα και θέαμα - ο Μωρίς Ραβέλ στοιχειοθέτησε πολλά ακόμη μουσικά αριστουργήματα τα οποία αποδεικνύουν το αδέσμευτο της φαντασίας του και επιβεβαιώνουν την υπεροχή του γαλλικού ηχομορφισμού στο ξεκίνημα του αιώνα.

Πεισμωμένος που του αρνήθηκαν το Μεγάλο Βραβείο της Ρώμης δε θα αναλωθεί σε πειραματισμούς ή εξερευνήσεις νέων μουσικών τοπίων, μα θα στρέψει το βλέμμα - και το αυτί βεβαίως μα και την καρδιά - στην ισορροπία και τη λογική των παλιών καλών καιρών.

Η ιδεολογία του κλασικισμού συναντά καινούριες αφορμές ευκαρπίας στο πνεύμα του Βάσκου μουσουργού. Με ανανεωμένες βεβαίως οπτικές, στολισμένες με περίτεχνες αρμονίες και με φεγγοβόλους τεχνικές ενορχήστρωσης που χαμογελούν διακριτικά από το μέλλον το οποίο τους διέγραψε ο 190ς αιώνας.

Η τέχνη του Ραβέλ ξεδιψούσε συχνά στη μουσική παράδοση της γης που τον είδε να γεννιέται. Δεν περιοριζόταν όμως εκεί ώστε να θεωρηθεί ευεργέτης κάποιας συγκεκριμένης εθνικής μουσικής σχολής - η γόνιμη φαντασία του δεν προσέκρουσε ποτέ σε εθνικούς φραγμούς. Υπήρξε θεράπων της λαϊκής μουσικής έκφρασης του κόσμου.

Στην προσπάθειά του να καταγράψει τους λαϊκούς μουσικούς κώδικες της εποχής του προσέγγισε και τον ελλαδικό χώρο. Έτσι στα συνήθως αναγραφόμενα έργα του, εμείς πρέπει να προσθέσουμε και το υπέροχο "Πέντε ελληνικές δημοτικές μελωδίες" στο οποίο εναρμόνισε (1904-6) για φωνή και πιάνο τέσσερα χιώτικα δημοτικά τραγούδια από τη συλλογή Hubert Pernot και ένα από τη συλλογή Μάτσα.

(Γιώργος Β. Μονεμβασίτης)


Σχόλια