Η βιόλα

Η βιόλα μερικές φορές θεωρείται ο φτωχός συγγενής της οικογένειας των εγχόρδων, χωρίς αυτό να μας εκπλήσσει ιδιαίτερα: το κοντραμπάσο έχει τη θέση του παππού της ορχήστρας, το βιολί την οδηγεί και το τσέλο χρησιμοποιείται με πολλούς διαφορετικούς τρόπους εξαιτίας του όμορφου, μειλίχιου τόνου του. Αλλά η βιόλα, θαμμένη μέσα στα έγχορδα έχει σπανίως την ευκαιρία να λάμψει ως σόλο όργανο. Η βιόλα είναι μόνο κατά το ένα έβδομο μεγαλύτερη από το βιολί. Εκτός από το μεγαλύτερο μέγεθος της είναι εντελώς όμοια με αυτό. Το δοξάρι της βιόλας είναι κι αυτό λίγο μεγαλύτερο από του βιολιού. Οι χορδές της βιόλας ξεκινούν από Ντο που είναι μία οκτάβα χαμηλότερα από το μέσο Ντο και κουρδίζονται σε διαστήματα πέμπτης (Ντο, Σολ, Ρε και Λα). Οι ανοικτές χορδές αναπαράγουν ακριβώς την έκταση του τσέλου αλλά μία οκτάβα ψηλότερα. Το όνομα «βιόλα» χρησιμοποιήθηκε αρχικά για την βιόλα ντα γκάμπα, ένα όργανο που κρατιόταν ανάμεσα στα πόδια. Αλλά ήταν η βιόλα ντα μπράτσο ο αληθινός πρόγονος του βιολιού και της

Ντβόρζακ - Συμφωνία Αρ. 8 σε Σολ Μείζονα, Έργο 88

To Λονδίνο το 1888, τη χρονιά που παρουσιάστηκε για πρώτη φορά η 8η Συμφωνία του Ντβόρζακ για τη Φιλαρμονική Εταιρία. Ο συνθέτης αγαπούσε την Αγγλία και πολλά από τα σημαντικά έργα του πρωτοπαίχτηκαν εκεί.


Αρχίζοντας από το 1884, ο Ντβόρζακ επισκέφθηκε εννέα φορές την Αγγλία, όπου η μουσική του κέρδισε το θαυμασμό του κοινού και τα κοντσέρτα του ήταν εξαιρετικά δημοφιλή. Στη διάρκεια ενός ταξιδιού το 1890, διηύθυνε την αγγλική πρεμιέρα της Συμφωνίας Αρ. 8, την οποία είχε γράψει μεταξύ του Αυγούστου και του Νοεμβρίου, του προηγούμενου χρόνου.

Την εποχή εκείνη ο Ντβόρζακ βρισκόταν σε αντιδικία με τον εκδότη του Fritz Simrock, που παραπονιόταν ότι έχανε χρήματα επενδύοντας στις συνθέσεις του. Η Συμφωνία Αρ. 8 εκδόθηκε γι΄αυτό στην Αγγλία το 1892 από τους Νοβέλο, Γιούαν και Σία, έναν οργανισμό υπό τη διεύθυνση του Χένρι Λίτλετον, τον γραμματέα της Φιλαρμονικής Εταιρίας του Λονδίνου, η οποία κάλεσε τον Ντβόρζακ για πρώτη φορά στην Αγγλία.

Διηύθυνε ξανά τη Συμφωνία στο Κουίν Χολ του Λονδίνου με μεγάλη επιτυχία στις 19 Μαρτίου του 1896, κατά την τελευταία επίσκεψή του στην Αγγλία. Η επιτυχία του αυτή του εξασφάλισε οικονομική άνεση και του επέτρεψε να αγοράσει την εξοχική κατοικία του στη Βίσοκα της Τσεχοσλοβακίας.

H Συμφωνία Αρ. 8 σε Σολ Μείζονα παρουσιάζει μια σημαντική διαφορά σε σχέση με τα πρώιμα έργα του. Παρατηρείται ένα ξεκάθαρο ρήγμα με την κλασική παράδοση, σε συνδυασμό με μια ριζικά νέα προσέγγιση της ενορχήστρωσης και της θεματικής ανάπτυξης.

Μέρη:

Ι. Allegro con brio

Το πρώτο μέρος, Allegro con brio, παρουσιάζει αφθονία μελωδιών. Έγχορδα και χάλκινα πνευστά αρχίζουν με ένα πλατύ θέμα το οποίο σύντομα ακολουθείται από το τιτίβισμα του φλάουτου. Μια σύντομη κλιμάκωση δρα ως γέφυρα προς ένα ελαφρύτερο θέμα στα ξύλινα πνευστά. Τα χάλκινα πνευστά είναι πάντα παρόντα, διακόπτονται όμως από φλάουτα. Σε λίγο, τα χάλκινα κυριαρχούν στην ορχήστρα αλλά είναι τα ξύλινα πνευστά που έχουν τον τελευταίο λόγο στη μελωδία. Ο ήχος της ορχήστρας υποχωρεί καθώς ένα μοναχικό φαγκότο τραγουδάει το σκοπό του, τον οποίο αναλαμβάνουν τα υπόλοιπα ξύλινα πνευστά με υπόστρωμα του πιτσικάτο των εγχόρδων.


ΙΙ. Adagio

Στο δεύτερο μέρος, Adagio, τα έγχορδα υπογραμμίζουν το κύριο θέμα, προτού ακουστούν τα ξύλινα πνευστά. Αποσπάσματα του θέματος εναλλάσσονται ανάμεσα στα χάλκινα και στα ξύλινα πνευστά, προτού επέμβει το όμποε με ένα ζωηρό χορευτικό σκοπό. Γλυκά βιολιά παίζουν κατόπιν τη μελωδία του όμποε, ενώ τα ξύλινα πνευστά εμφανίζουν το αρχικό θέμα των βιολιών. Ολόκληρη η ορχήστρα παίζει το θέμα, προετοιμάζοντας το δρόμο για μια θριαμβική μελωδία των χάλκινων πνευστών. Μετά από ένα σύντομο εμβόλιμο του φλάουτου, ακούγεται μια μελαγχολικότερη φράση.


ΙΙΙ. Alegretto grazioso

Αντίθετα, στο τρίτο μέρος, Αlegretto grazioso, η ζωτικότητα της έναρξης είναι σαν φρέσκο αεράκι. Παρόλα αυτά ο Ντβόρζακ αρνείται να αφήσει τη μελωδία να κατασταλάξει σε έναν χαλαρό χορό και γρήγορα η ορχήστρα επεμβαίνει και διακόπτει. Το μέρος τελειώνει με μια μελωδική εφόρμηση, χαρακτηριστική της εκκεντρικής ιδιοσυγκρασίας του Ντβόρζακ.


IV. Allegro ma non troppo

Το τέταρτο μέρος, Allegro ma non troppo, αρχίζει με μια φανφάρα της τρομπέτας που προετοιμάζει μια τολμηρή αλλά παθιασμένη μελωδία που παίζουν τα τσέλα με τη συνοδεία του πιτσικάτο των κοντραμπάσων. Το θέμα ξαναγυρίζει, αυτή τη φορά με μεγαλύτερη δύναμη, με τα βιολιά να ηχούν δυνατά. Η ορμητική διάθεση που ακολουθεί είναι ένα προοίμιο του χιούμορ του συνθέτη. 
Καθώς το μέρος αναπτύσσεται, η ορχήστρα μεταβάλλεται όλο και πιο έντονα σε μια καρικατούρα του εαυτού της και κάποτε γίνεται εντελώς πομπώδης, κάποια στιγμή τα έγχορδα επεμβαίνουν σαν να προτίθενται να επιβάλλουν την τάξη, τα άτακτα ξύλινα πνευστά απομακρύνονται ξαφνικά και μια νέα μελωδία ακούγεται από τα έγχορδα. 
Τα τσέλα εκθέτουν το θέμα τους για τελευταία φορά, προτού μια αναπάντεχη μεταβολή της τονικότητας οδηγήσει σε ορισμένες λιγότερο επιτυχημένες απόπειρες απόδοσης της μελωδίας από άλλα όργανα. Αλλά η πλήρης μελωδία δεν επιστρέφει και η ορχήστρα καταφεύγει σε ένα τελευταίο πομπώδες κλείσιμο, ένα ζωηρό βοημικό χορό.



Σχόλια