Η βιόλα

Η βιόλα μερικές φορές θεωρείται ο φτωχός συγγενής της οικογένειας των εγχόρδων, χωρίς αυτό να μας εκπλήσσει ιδιαίτερα: το κοντραμπάσο έχει τη θέση του παππού της ορχήστρας, το βιολί την οδηγεί και το τσέλο χρησιμοποιείται με πολλούς διαφορετικούς τρόπους εξαιτίας του όμορφου, μειλίχιου τόνου του. Αλλά η βιόλα, θαμμένη μέσα στα έγχορδα έχει σπανίως την ευκαιρία να λάμψει ως σόλο όργανο. Η βιόλα είναι μόνο κατά το ένα έβδομο μεγαλύτερη από το βιολί. Εκτός από το μεγαλύτερο μέγεθος της είναι εντελώς όμοια με αυτό. Το δοξάρι της βιόλας είναι κι αυτό λίγο μεγαλύτερο από του βιολιού. Οι χορδές της βιόλας ξεκινούν από Ντο που είναι μία οκτάβα χαμηλότερα από το μέσο Ντο και κουρδίζονται σε διαστήματα πέμπτης (Ντο, Σολ, Ρε και Λα). Οι ανοικτές χορδές αναπαράγουν ακριβώς την έκταση του τσέλου αλλά μία οκτάβα ψηλότερα. Το όνομα «βιόλα» χρησιμοποιήθηκε αρχικά για την βιόλα ντα γκάμπα, ένα όργανο που κρατιόταν ανάμεσα στα πόδια. Αλλά ήταν η βιόλα ντα μπράτσο ο αληθινός πρόγονος του βιολιού και της

Γκέοργκ Φρίντριχ Χαίντελ - Ο Ισραήλ στην Αίγυπτο

Μολονότι ο Μεσσίας είναι το πιο διάσημο ορατόριο του Χαίντελ, αυτό το ιδιαίτερα υποβλητικό έργο εμπεριέχει μερικές από τις πιο δραματικές στιγμές του συνθέτη. Γράφτηκε το 1739 και αφηγείται την πορεία ενός λαού της Βίβλου από την αποτυχία στη νίκη.

Ο Χαίντελ υπήρξε θρησκευόμενος, σε αντίθεση όμως με το σύγχρονό του Γ.Σ.Μπαχ, απευθύνεται στα απλά συναισθήματα των κοινών ανθρώπων παρά στις ιδιαίτερες πνευματικές αναζητήσεις τους.

Ήδη από την πρεμιέρα του, το 1739, το έργο "Ισραήλ στην Αίγυπτο" υπήρξε ένα αντιφατικό ορατόριο. Το έργο δεν αποτελεί μόνο ένα σκανδαλώδες δείγμα της τάσης του Χαίντελ να "δανείζεται" από άλλους συνθέτες (το χορωδιακό του "Η Αίγυπτος είχε χαρεί" προέρχεται από ένα έργο για όργανο του Γιόχαν Κερλ), αλλά είχε επίσης μεγάλη αποτυχία την εποχή του Χαίντελ.

Το έργο αποτελείται από δύο μέρη: Το πρώτο είναι μια πένθιμη ακολουθία από ένα άλλο ορατόριο, το Σαούλ. Στο δεύτερο μέρος, η ιστορία της Εξόδου - βασισμένη σε κείμενα της Βίβλου - περιλαμβάνει μερικά από τα πιο εντυπωσιακά χορωδιακά μέρη του Χαίντελ. Ο μεγάλος αριθμός των χορωδών, ωστόσο, καθώς και τα λιγοστά μέρη για σόλο φωνή, κατέστησαν το ορατόριο αντιδημοτικό την εποχή της εμφάνισής του.

Ζωντανεύοντας το δράμα

Αυτό όμως που κάνει το έργο να ξεχωρίζει από τα περισσότερα σύγχρονα του Χαίντελ είναι η ικανότητά του να ζωντανεύει δραματικές σκηνές μέσω της μουσικής. Σε αντίθεση με τις όπερες, τα ορατόρια δε διαθέτουν πλοκή, κοστούμια ή περίτεχνα σκηνικά κι έτσι η μουσική από μόνη της πρέπει να δημιουργήσει ζωηρές δραματικές εικόνες που θα καταστήσουν τις ιστορίες αλησμόνητες.

Στο Ισραήλ στην Αίγυπτο, η μάστιγα των βατράχων και των μυγών αναπαριστώνται από τμήματα λαμπρής ορχηστρικής γραφής. Οι μύγες βομβούν μέσω τμημάτων για όμποε και βιολί, ενώ η μουσική για τα τσέλα, τα φαγκότα και το τσέμπαλο αναπλάθουν τη μάστιγα των βατράχων. Όταν η Ερυθρά Θάλασσα χωρίζεται, οι στιγμές του θριάμβου τονίζονται με τύμπανα και τρομπέτες.

Το τελικό τμήμα του έργου αφηγείται πώς τα κύματα κατάπιαν τους Αιγύπτιους. Μια σόλο φωνή υψιφώνου αντιλαλεί στην τελευταία χορωδία, εξιστορώντας πώς ένα άλογο κι ο αναβάτης του εξαφανίστηκαν στη θάλασσα. Οι φωνές δυο χορωδών, τεσσάρων σολίστ κι ολόκληρη η ορχήστρα ερμηνεύουν με ανοδική ένταση το μεγαλόπρεπο εορτασμό της σωτηρίας των Ισραηλιτών από το Θεό.

Το έργο τελικά απέκτησε την εύνοια του κοινού τον 19ο αιώνα, όταν τα ορατόρια του Χαίντελ έγιναν χαρακτηριστικό της αγγλικής μουσικής σκηνής. Το έργο ερμηνεύεται συχνά σήμερα από χορωδίες, που το αντιμετωπίζουν σαν μια πολύτιμη και απολαυστική εμπειρία.


Σχόλια