Η βιόλα

Η βιόλα μερικές φορές θεωρείται ο φτωχός συγγενής της οικογένειας των εγχόρδων, χωρίς αυτό να μας εκπλήσσει ιδιαίτερα: το κοντραμπάσο έχει τη θέση του παππού της ορχήστρας, το βιολί την οδηγεί και το τσέλο χρησιμοποιείται με πολλούς διαφορετικούς τρόπους εξαιτίας του όμορφου, μειλίχιου τόνου του. Αλλά η βιόλα, θαμμένη μέσα στα έγχορδα έχει σπανίως την ευκαιρία να λάμψει ως σόλο όργανο. Η βιόλα είναι μόνο κατά το ένα έβδομο μεγαλύτερη από το βιολί. Εκτός από το μεγαλύτερο μέγεθος της είναι εντελώς όμοια με αυτό. Το δοξάρι της βιόλας είναι κι αυτό λίγο μεγαλύτερο από του βιολιού. Οι χορδές της βιόλας ξεκινούν από Ντο που είναι μία οκτάβα χαμηλότερα από το μέσο Ντο και κουρδίζονται σε διαστήματα πέμπτης (Ντο, Σολ, Ρε και Λα). Οι ανοικτές χορδές αναπαράγουν ακριβώς την έκταση του τσέλου αλλά μία οκτάβα ψηλότερα. Το όνομα «βιόλα» χρησιμοποιήθηκε αρχικά για την βιόλα ντα γκάμπα, ένα όργανο που κρατιόταν ανάμεσα στα πόδια. Αλλά ήταν η βιόλα ντα μπράτσο ο αληθινός πρόγονος του βιολιού και της

Γκέοργκ Φρίντριχ Χαίντελ - Κοντσέρτο για Εκκλησιαστικό Όργανο Αρ. 13 σε Φα Μείζονα, HWV 295, "Ο Κούκος και το Αηδόνι"

Σε αυτό το κοντσέρτο για όργανο, ο Χαίντελ αναπαράγει το τραγούδι των πουλιών που δίνει στο έργο του τον διάσημο υπότιτλό του. Ήταν μια από τις λίγες περιπτώσεις όπου χρησιμοποίησε τη μουσική ως μέσο μίμησης.

Όπως και τα άλλα κοντσέρτα για όργανο του Χαίντελ, το Δέκατο Τρίτο Έργο 4, γράφτηκε ως μουσική που παιζόταν στα διαλείμματα των πράξεων των ορατορίων. Πρωτοπαρουσιάστηκε δυο μέρες μετά την ολοκλήρωσή του, στο Βασιλικό Θέατρο του Λονδίνου, στις 4 Απριλίου του 1739, μαζί με το ορατόριο Ο Ισραήλ στην Αίγυπτο.

Πολλά από αυτά τα κοντσέρτα, συμπεριλαμβανομένου και του 13ου, διέθεταν μεγάλα τμήματα "ad libitum". Σε αυτά, ο οργανίστας αυτοσχεδίαζε αυθόρμητα και η μελωδία έπαιζε απλά το ρόλο οδηγού. Ο ίδιος ο Χαίντελ υπήρξε έξοχος οργανίστας και κατέπλησσε τους ακροατές του με τους δεξιοτεχνικούς αυτοσχεδιασμούς του.

Μέρη:

Ι. Larghetto

Στο πρώτο μέρος, Larghetto, η ορχήστρα παρουσιάζει σε μια σύντομη εισαγωγή το εκφραστικό θέμα. Στη συνέχεια, το όργανο ερμηνεύει το ίδιο θέμα με ψηλές νότες. Η ορχήστρα αντηχεί την ερμηνεία του οργάνου, έως ότου το πρώτο μέρος ολοκληρωθεί γαλήνια.

ΙΙ. Allegro

Στο δεύτερο μέρος, Allegro, η ορχήστρα παρουσιάζει μια νέα, ζωηρή μελωδία. Το όργανο και η ορχήστρα αντηχούν το ένα το άλλο. Στη συνέχεια, το όργανο παρουσιάζει και αναπτύσσει τις δύο κατιούσες νότες που μιμούνται το κελάηδισμα ενός κούκου, συνυφαίνοντάς τες με τις κελαρυστές τρίλιες ενός αηδονιού. Το ίδιο το όργανο ερμηνεύει το τραγούδι των πουλιών, ενώ η ορχήστρα επαναλαμβάνει το αρχικό θέμα που παρεμβάλλεται μεταξύ των τμημάτων του "κούκου και του αηδονιού".

ΙΙΙ. Larghetto

Στο θρηνώδες τρίτο μέρος, Larghetto, η ορχήστρα παρουσιάζει πρώτη το πένθιμο θέμα, ακολουθούμενη από το όργανο. Για μια ακόμη φορά το όργανο και η ορχήστρα μοιράζονται την ίδια μελωδία, έως ότου το όργανο ολοκληρώσει το τρίτο μέρος με μια ελάσσονα συγχορδία.

IV. Allegro

Μερικές αργές, απλές συγχορδίες που ερμηνεύονται από την ορχήστρα εισάγουν το τέταρτο και τελευταίο μέρος, Allegro. Τα έγχορδα ερμηνεύουν ένα ζωηρό, ιδιαίτερα τονισμένο θέμα, που επαναλαμβάνει το όργανο και επαναδιατυπώνεται στη συνέχεια διαδοχικά από το όργανο και την ορχήστρα. Μεταξύ των ερμηνειών ξεπροβάλλουν μουσικές φράσεις που οδηγούν σε νέες αρμονίες. Στο τέλος, οι μελωδίες επιστρέφουν στην κύρια τονικότητα του κοντσέρτου σε Φα Μείζονα και μοιράζονται την τελική συγχορδία.





Σχόλια