Η βιόλα

Η βιόλα μερικές φορές θεωρείται ο φτωχός συγγενής της οικογένειας των εγχόρδων, χωρίς αυτό να μας εκπλήσσει ιδιαίτερα: το κοντραμπάσο έχει τη θέση του παππού της ορχήστρας, το βιολί την οδηγεί και το τσέλο χρησιμοποιείται με πολλούς διαφορετικούς τρόπους εξαιτίας του όμορφου, μειλίχιου τόνου του. Αλλά η βιόλα, θαμμένη μέσα στα έγχορδα έχει σπανίως την ευκαιρία να λάμψει ως σόλο όργανο. Η βιόλα είναι μόνο κατά το ένα έβδομο μεγαλύτερη από το βιολί. Εκτός από το μεγαλύτερο μέγεθος της είναι εντελώς όμοια με αυτό. Το δοξάρι της βιόλας είναι κι αυτό λίγο μεγαλύτερο από του βιολιού. Οι χορδές της βιόλας ξεκινούν από Ντο που είναι μία οκτάβα χαμηλότερα από το μέσο Ντο και κουρδίζονται σε διαστήματα πέμπτης (Ντο, Σολ, Ρε και Λα). Οι ανοικτές χορδές αναπαράγουν ακριβώς την έκταση του τσέλου αλλά μία οκτάβα ψηλότερα. Το όνομα «βιόλα» χρησιμοποιήθηκε αρχικά για την βιόλα ντα γκάμπα, ένα όργανο που κρατιόταν ανάμεσα στα πόδια. Αλλά ήταν η βιόλα ντα μπράτσο ο αληθινός πρόγονος του βιολιού και της

Ρίμσκι Κόρσακοφ - εισαγωγή


Απαρνήθηκε τη δόξα, τη σιγουριά και την περιπέτεια που του εγγυόταν η σταδιοδρομία του αξιωματικού του ναυτικού, ο Νικολάι Ρίμσκι-Κόρσακοφ, και ρίχτηκε χωρίς ενδοιασμούς στην περιπέτεια της μουσικής. Ως ερασιτέχνης και αυτοδίδακτος μουσικός ξεκίνησε ο αριστοκράτης από το Τίχβιν για να κατασταλάξει ευσυνείδητος επαγγελματίας. Απήλαυσε κάθε τιμή που θα ονειρευόταν κάθε ομότεχνός του αναδειχθείς στον δημοφιλέστερο, μετά τον Τσαϊκόφσκι, μουσουργό της Ρωσίας του 19ου αιώνα.

Μέλος της περίφημης ομάδας των "Πέντε", ο Ρίμσκι-Κόρσακοφ, μετά την πρώτη υπέρβασή του και την αλλαγή της επαγγελματικής του πλεύσης, είχε να αντιπαλέψει με τον ακαδημαϊσμό και την έλλειψη αυτοπεποίθησης που ζωντάνευαν θρεμμένα από την αίσθηση της ανύπαρκτης μουσικής παιδείας. Όταν ξεπέρασε τις όποιες αναστολές του - ο έρωτάς του για τη μουσική πολύ τον βοήθησε - και απόκτησε τη σιγουριά του μουσικού λόγου, μπόρεσε εύκολα να αξιοποιήσει τα έμφυτα χαρίσματά του.

Μάστορας της ενορχήστρωσης και ευφάνταστος δημιουργός, παρήγαγε πλούσιο μουσικό έργο στο οποίο περικλείονταν όλα τα ζητούμενα συστατικά του τόπου και της εποχής.

Μολονότι ήταν πανάξιος και αφοσιωμένος υπηρέτης της Ρωσικής Εθνικής Μουσικής Σχολής, δε φυλάκισε τη φαντασία του στα στενά όρια της πατρώας γης, μα συμπλήρωσε τη χρωματική κλίμακα των ηχητικών ανιχνεύσεων με μελωδικούς αναστεναγμούς της Ανατολής ("Σεχραζάντ") και με ρυθμικές τελετουργίες της Δύσης ("Ισπανικό Καπρίτσιο").

Αφομοίωσε όμως με υποδειγματική λεπτότητα κάθε εισαγόμενο ή εγχώριο λαϊκό ηχόχρωμα, έτσι ώστε κάθε φράση της μουσικής του να κραυγάζει πρώτα την προσωπικότητα του συνθέτη και μετά την εθνική της προέλευση.

(Γιώργος Β. Μονεμβασίτης)

Σχόλια