Η βιόλα

Η βιόλα μερικές φορές θεωρείται ο φτωχός συγγενής της οικογένειας των εγχόρδων, χωρίς αυτό να μας εκπλήσσει ιδιαίτερα: το κοντραμπάσο έχει τη θέση του παππού της ορχήστρας, το βιολί την οδηγεί και το τσέλο χρησιμοποιείται με πολλούς διαφορετικούς τρόπους εξαιτίας του όμορφου, μειλίχιου τόνου του. Αλλά η βιόλα, θαμμένη μέσα στα έγχορδα έχει σπανίως την ευκαιρία να λάμψει ως σόλο όργανο. Η βιόλα είναι μόνο κατά το ένα έβδομο μεγαλύτερη από το βιολί. Εκτός από το μεγαλύτερο μέγεθος της είναι εντελώς όμοια με αυτό. Το δοξάρι της βιόλας είναι κι αυτό λίγο μεγαλύτερο από του βιολιού. Οι χορδές της βιόλας ξεκινούν από Ντο που είναι μία οκτάβα χαμηλότερα από το μέσο Ντο και κουρδίζονται σε διαστήματα πέμπτης (Ντο, Σολ, Ρε και Λα). Οι ανοικτές χορδές αναπαράγουν ακριβώς την έκταση του τσέλου αλλά μία οκτάβα ψηλότερα. Το όνομα «βιόλα» χρησιμοποιήθηκε αρχικά για την βιόλα ντα γκάμπα, ένα όργανο που κρατιόταν ανάμεσα στα πόδια. Αλλά ήταν η βιόλα ντα μπράτσο ο αληθινός πρόγονος του βιολιού και της

Ριτσερκάρε (ricercare)


Ιταλικός όρος που προέρχεται από το ρήμα ριτσερκάρε (αναζητώ), που δείχνει ένα παλιό είδος οργανικής σύνθεσης ελεύθερης μορφής, αλλά με κυρίως κοντραπουντίστικο χαρακτήρα. Ο όρος, επίσης, θα μπορούσε να θα μπορούσε να υπονοεί μια αναζήτησή κοντραπουντίστικης επεξεργασίας, αλλά αυτό είναι απλά μια υπόθεση.

Τα όργανα στα οποία αφιερώνονται κυρίως τα ριτσερκάρε είναι το λαούτο,το όργανο, το κλαβενσέν και αλλά όργανα με πλήκτρα.

Χρησιμοποιούνται ως εισαγωγικό κομμάτι το οποίο υποδήλωνε την αναζήτησή της τονικότητας του κομματιού που το ακολουθούσε.

Το ριτσερκάρε ήταν διαδεδομένο σε πολυθεματική μορφή από τον 16ο αιώνα χάρη στους Καβατσόνι, Λουτσάσκι και Μέρουλο, ενώ τη μονοθεματική μορφή την πήρε με τον Α. και Τζ. Γκαμπριέλι και προηγήθηκε έτσι της φούγκας.

Ωστόσο η μεγαλύτερη καλλιτεχνική άνθηση του ριτσερκάρε παρατηρήθηκε τον 17ο αιώνα με τον Φρεσκομπάλντι, τον οποίο ακολούθησαν οι Πολιέτι, Πασκουίνι, Κερλ και Φρόμπεργκερ.

Ο όρος χρησιμοποιήθηκε συχνά το 20ο αιώνα από τον Καζέρτα, τον Γκετίνι και τον Μαλιπιέρο.


Σχόλια