Η βιόλα

Η βιόλα μερικές φορές θεωρείται ο φτωχός συγγενής της οικογένειας των εγχόρδων, χωρίς αυτό να μας εκπλήσσει ιδιαίτερα: το κοντραμπάσο έχει τη θέση του παππού της ορχήστρας, το βιολί την οδηγεί και το τσέλο χρησιμοποιείται με πολλούς διαφορετικούς τρόπους εξαιτίας του όμορφου, μειλίχιου τόνου του. Αλλά η βιόλα, θαμμένη μέσα στα έγχορδα έχει σπανίως την ευκαιρία να λάμψει ως σόλο όργανο. Η βιόλα είναι μόνο κατά το ένα έβδομο μεγαλύτερη από το βιολί. Εκτός από το μεγαλύτερο μέγεθος της είναι εντελώς όμοια με αυτό. Το δοξάρι της βιόλας είναι κι αυτό λίγο μεγαλύτερο από του βιολιού. Οι χορδές της βιόλας ξεκινούν από Ντο που είναι μία οκτάβα χαμηλότερα από το μέσο Ντο και κουρδίζονται σε διαστήματα πέμπτης (Ντο, Σολ, Ρε και Λα). Οι ανοικτές χορδές αναπαράγουν ακριβώς την έκταση του τσέλου αλλά μία οκτάβα ψηλότερα. Το όνομα «βιόλα» χρησιμοποιήθηκε αρχικά για την βιόλα ντα γκάμπα, ένα όργανο που κρατιόταν ανάμεσα στα πόδια. Αλλά ήταν η βιόλα ντα μπράτσο ο αληθινός πρόγονος του βιολιού και της

Μωρίς Ραβέλ - Ο τάφος του Κουπρέν

Ο Ραβέλ υπήρξε αυθεντία στο συνδυασμό παλιών και νέων μουσικών μορφών. Σε αυτό το έργο τελειοποιεί την τεχνική του για εξαιρετικά προσωπικούς λόγους.


Ο Μορίς Ραβέλ αντλούσε έμπνευση από τη μουσική του παρελθόντος και από τα παιδικά του ακούσματα. Στο Le Tombeau de Couperin (Ο Τάφος του Κουπρέν), χρησιμοποιεί το ταλέντο του για να εκφράσει την προσωπική του απόγνωση, για το χαμό πολλών στενών του φίλων στη διάρκεια του Μεγάλου Πολέμου του 1914-18.

Ο συνθέτης είχε γνωρίσει προσωπικά τη φρίκη της ζωής στα χαρακώματα και συνειδητοποίησε ότι ο πόλεμος άλλαξε οριστικά τη φυσιογνωμία του κόσμου. Στον Τάφο του Κουπρέν που συνέθεσε μεταξύ των ετών 1914-17, επιστρέφει στις ευτυχισμένες στιγμές ενός οριστικά χαμένου παρελθόντος.

Ο τίτλος αναφέρεται τιμητικά στο θάνατο του Γάλλου συνθέτη Φρανσουά Κουπρέν (1668-1733), μολονότι ο Ραβέλ διευκρίνισε ως το έργο αποτελούσε περισσότερο μια γενική έκφραση σεβασμού για τη Γαλλική μουσική του 18ου αιώνα. Ορισμένα τμήματα του εξαμερούς έργου - κάθε ένα είναι αφιερωμένο σε έναν φίλο που σκοτώθηκε στον πόλεμο - είναι γραμμένα στο χαρακτηριστικό, ευγενικό ύφος του 18ου αιώνα. Στην ορχηστρική παραλλαγή μάλιστα ο Ραβέλ εισάγει μια musette - μια παραλλαγή του άσκαυλου του 18ου αιώνα - στο Μενουέτο του έργου, για να ενισχύσει την αληθοφάνεια.

Εξώφυλλο της πρώτης έντυπης έκδοσης
που σχεδίασε ο ίδιος ο Ραβέλ.
Ατενίζοντας το μέλλον

Ο Τάφος του Κουπρέν δεν είναι ωστόσο ένας θρήνος για το χαμένο παρελθόν. Αρκετά από τα έξι μέρη του έργου είναι ζωηρά και ατενίζουν το μέλλον. Ιδιαίτερα το Πρελούδιο και το Μενουέτο ζωντανεύουν παλιές χορευτικές φόρμες, ενώ το τρίτο, Φορλάν, είναι γαλήνιο και τολμηρό.

Το έργο, που γράφτηκε αρχικά για πιάνο, το ενορχήστρωσε ο Ραβέλ το 1919. Η ορχηστρική παραλλαγή ενισχύει τα συναισθήματα του αρχικού έργου, με τρυφερούς και συγκινητικούς διαλόγους ανάμεσα στα έγχορδα και τα ξύλινα πνευστά.

Ο ίδιος ο Ραβέλ περιέγραψε τον Τάφο του Κουπρέν ως μνημόσυνο για όλους τους Γάλλους που χάθηκαν στο Μεγάλο Πόλεμο.


Σχόλια