Η βιόλα

Η βιόλα μερικές φορές θεωρείται ο φτωχός συγγενής της οικογένειας των εγχόρδων, χωρίς αυτό να μας εκπλήσσει ιδιαίτερα: το κοντραμπάσο έχει τη θέση του παππού της ορχήστρας, το βιολί την οδηγεί και το τσέλο χρησιμοποιείται με πολλούς διαφορετικούς τρόπους εξαιτίας του όμορφου, μειλίχιου τόνου του. Αλλά η βιόλα, θαμμένη μέσα στα έγχορδα έχει σπανίως την ευκαιρία να λάμψει ως σόλο όργανο. Η βιόλα είναι μόνο κατά το ένα έβδομο μεγαλύτερη από το βιολί. Εκτός από το μεγαλύτερο μέγεθος της είναι εντελώς όμοια με αυτό. Το δοξάρι της βιόλας είναι κι αυτό λίγο μεγαλύτερο από του βιολιού. Οι χορδές της βιόλας ξεκινούν από Ντο που είναι μία οκτάβα χαμηλότερα από το μέσο Ντο και κουρδίζονται σε διαστήματα πέμπτης (Ντο, Σολ, Ρε και Λα). Οι ανοικτές χορδές αναπαράγουν ακριβώς την έκταση του τσέλου αλλά μία οκτάβα ψηλότερα. Το όνομα «βιόλα» χρησιμοποιήθηκε αρχικά για την βιόλα ντα γκάμπα, ένα όργανο που κρατιόταν ανάμεσα στα πόδια. Αλλά ήταν η βιόλα ντα μπράτσο ο αληθινός πρόγονος του βιολιού και της

Οκαρίνα


Η οκαρίνα είναι μέλος της οικογένειας των φλάουτων. Ενώ τα περισσότερα φλάουτα είναι κυλινδρικά, η οκαρίνα - γνωστή και ως "φλάουτο αγγείο" - έχει συνήθως σχήμα σφαιρικό ή ωοειδές. Οι πρώτες οκαρίνες κατασκευάζονταν από φυσικά αντικείμενα, όπως κόκαλα ή νεροκολοκύθες, καρύδες και κοχύλια που τους είχε αφαιρεθεί το εσωτερικό. Αργότερα τα όργανα κατασκευάζονταν από πηλό, που έπαιρνε συχνά τη μορφή ζώων ή πουλιών. Το 19ο αιώνα κατασκεύαζαν μερικές φορές οκαρίνες από γυαλί ή πορσελάνη.

Στην αρχαία Αίγυπτο πίστευαν ότι το όργανο είχε μαγικές ιδιότητες. Η οκαρίνα προσαρμοζόταν στο στόμα την ώρα του τραγουδιού, προκαλώντας την παραμόρφωση της φωνής. Η αρχαία κινέζικη οκαρίνα, χαουάν, επινοήθηκε κατά πάσα πιθανότητα γύρω στο 2700 π.Χ. Μετά τον 6ο αιώνα της αποδόθηκε σημαντικός ρόλος στις τελετουργίες, αν και η χρήση της ήταν κοσμητική (σε λιτανείες) παρά μουσική.

Η σύγχρονη ευρωπαϊκή οκαρίνα χρονολογείται από το 1860 περίπου. Εκείνη την εποχή, ο Ιταλός Τζουζέπε Ντονάτι πρόσθεσε ένα οργανωμένο σύστημα οπών για τον αντίχειρα και τα δάχτυλα στο αρχικό λαϊκό φλάουτο, που είχε το σχήμα πουλιού. Από τότε το ιταλικό όνομα του οργάνου, ocarina ("μικρή χήνα"), χρησιμοποιείται για όλα τα φλάουτα αγγεία, ασχέτως του σχήματός τους.

Κάποιες οκαρίνες γνωστές και ως "σφυρίχτρες αηδονιών", γεμίζονται με νερό. Παράγουν έναν κελαρυστό ήχο που θυμίζει τραγούδι πουλιού, δικαιολογώντας κατ΄αυτό τον τρόπο το πιο διαδεδομένο όνομα του οργάνου. Άλλα όργανα που διαθέτουν μόνο μια οπή παράγουν έναν ήχο που θυμίζει τη φωνή του κούκου, όταν η οπή ανοίγει και κλείνει. 

Η πασίγνωστη σφυρίχτρα του διαιτητή είναι κι αυτή ένα φλάουτο αγγείο. Το αποξηραμένο μπιζέλι ή ο σβώλος από πηλό μέσα στο σώμα της σφυρίχτρας στροβιλίζεται με φόρα όταν το όργανο χρησιμοποιείται, ενισχύοντας το διαπεραστικό του ήχο.

ΠΩΣ ΛΕΙΤΟΥΡΓΕΙ Η ΟΚΑΡΙΝΑ

Η βασική τονικότητα της οκαρίνας ελέγχεται από την ποσότητα αέρα στο εσωτερικό του οργάνου: όσο μικρότερο είναι το όργανο, τόσο οξύτερος ο ήχος. Όταν μια οπή παραμένει ακάλυπτη, αυξάνει ο τόνος. Μια μικρή οπή είναι συνήθως ίση προς ένα ημιτόνιο, μια μεγάλη ίση προς έναν τόνο. Με προσεκτικούς συνδυασμούς κάλυψης των οπών δεν έχει σημασία καθώς και η σειρά με την οποία αποκαλύπτονται. 

Μια βαλβίδα κουρντίσματος, τοποθετημένη στην πλατιά άκρη κάποιων οργάνων, καθιστά δυνατό το ακριβές κούρντισμα της βασικής τονικότητας: μετακινώντας τη βαλβίδα μέσα ή έξω, η ποσότητα του αέρα στο εσωτερικό του οργάνου αυξάνεται ή μειώνεται.


Σχόλια