Η βιόλα

Η βιόλα μερικές φορές θεωρείται ο φτωχός συγγενής της οικογένειας των εγχόρδων, χωρίς αυτό να μας εκπλήσσει ιδιαίτερα: το κοντραμπάσο έχει τη θέση του παππού της ορχήστρας, το βιολί την οδηγεί και το τσέλο χρησιμοποιείται με πολλούς διαφορετικούς τρόπους εξαιτίας του όμορφου, μειλίχιου τόνου του. Αλλά η βιόλα, θαμμένη μέσα στα έγχορδα έχει σπανίως την ευκαιρία να λάμψει ως σόλο όργανο. Η βιόλα είναι μόνο κατά το ένα έβδομο μεγαλύτερη από το βιολί. Εκτός από το μεγαλύτερο μέγεθος της είναι εντελώς όμοια με αυτό. Το δοξάρι της βιόλας είναι κι αυτό λίγο μεγαλύτερο από του βιολιού. Οι χορδές της βιόλας ξεκινούν από Ντο που είναι μία οκτάβα χαμηλότερα από το μέσο Ντο και κουρδίζονται σε διαστήματα πέμπτης (Ντο, Σολ, Ρε και Λα). Οι ανοικτές χορδές αναπαράγουν ακριβώς την έκταση του τσέλου αλλά μία οκτάβα ψηλότερα. Το όνομα «βιόλα» χρησιμοποιήθηκε αρχικά για την βιόλα ντα γκάμπα, ένα όργανο που κρατιόταν ανάμεσα στα πόδια. Αλλά ήταν η βιόλα ντα μπράτσο ο αληθινός πρόγονος του βιολιού και της

Σοπέν - Μπαλάντα σε Σολ ελάσσονα, έργο 23 - ο παραμυθάς

Το περίφημο μνημείο για τον Σοπέν στο Πάρκο Monceau στο Παρίσι.

Οι μπαλάντες του Πολωνού ποιητή Άνταμ Μισκιέβιτς ενέπνευσαν στο Σοπέν τέσσερις Μπαλάντες, που η κάθε μία αφηγείται μια μουσική ιστορία. Η πρώτη, Έργο 23, χρειάστηκε τέσσερα χρόνια για να ολοκληρωθεί (1831-1835) και συνέπεσε με την άφιξη του Σοπέν στο Παρίσι και την αποδοχή του από την καλή κοινωνία της πόλης.

Αντίθετα από το μεγαλύτερο μέρος των πιανιστικών συνθέσεων του Σοπέν, που επικεντρώνουν σε απροσδόκητες μεταβολές της διάθεσης και των αντιθέσεων, η Μπαλάντα σε Σολ ελάσσονα
O ποιητής Άνταμ Μισκιέβιτς.
, διαθέτει μια αφηγηματική, σχεδόν επική ποιότητα. Από αυτήν την άποψη συνάδει με τις λογοτεχνικές μπαλάντες, όπως το επικό ποίημα του 17ου αιώνα, Fairy Queen (Νεραϊδοβασίλισσα) του Έντμοντ Σπένσερ. Πολλοί θεωρούν τις τέσσερις μπαλάντες για πιάνο του Σοπέν ως το πιο ώριμο και εκλεπτυσμένο τμήμα του ευρύτατης κλίμακας έργου του.

Η εισαγωγή παρέχει το σκηνικό, το οποίο βρίθει από μια αίσθηση τραγωδίας και προαισθήματος. Αυτό αντιτάσσεται στην πρώτη μελωδία που είναι ταυτόχρονα λυρική και απλή. Παρατηρήστε τη χρήση των παύσεων και των ανεπαίσθητων ενδοιασμών στη μελωδία, που χαρακτηρίζουν άλλωστε τις δραματουργικές τεχνικές της αφήγησης ιστοριών. Μερικές φορές η αφήγηση αναδύεται σε μια κλιμακούμενη κραυγή, ενώ άλλες υποχωρεί σε ένα ήσυχο ψιθύρισμα.

Η κύρια μελωδία ανακαλεί την ερωτική ικεσία ενός ιππότη που προσπαθεί να κερδίσει τον έρωτα της αγαπημένης του. Οι ερωτικές προτάσεις του ξεκινούν ευγενικά, αργότερα γίνονται πιο παθιασμένες μέχρι που το δεύτερο θέμα εισάγει μια πιο τρυφερή νότα. Ο ιππότης αποκτά περισσότερη αυτοπεποίθηση, καθώς η μουσική γίνεται πιο ρωμαλέα. Αλλά κατόπιν, η τραγική διάθεση επανέρχεται καθώς ο ιππότης επιχειρεί να εξοντώσει στη μάχη τον θανάσιμο αντίζηλό του. Καθώς η μουσική προχωρεί τον φανταζόμαστε να κλονίζεται και να ξανασηκώνεται για λίγο μόνο για να βρει τραγικό τέλος στα χέρια του θηριώδους αντιπάλου του.



Σχόλια