Η βιόλα

Η βιόλα μερικές φορές θεωρείται ο φτωχός συγγενής της οικογένειας των εγχόρδων, χωρίς αυτό να μας εκπλήσσει ιδιαίτερα: το κοντραμπάσο έχει τη θέση του παππού της ορχήστρας, το βιολί την οδηγεί και το τσέλο χρησιμοποιείται με πολλούς διαφορετικούς τρόπους εξαιτίας του όμορφου, μειλίχιου τόνου του. Αλλά η βιόλα, θαμμένη μέσα στα έγχορδα έχει σπανίως την ευκαιρία να λάμψει ως σόλο όργανο. Η βιόλα είναι μόνο κατά το ένα έβδομο μεγαλύτερη από το βιολί. Εκτός από το μεγαλύτερο μέγεθος της είναι εντελώς όμοια με αυτό. Το δοξάρι της βιόλας είναι κι αυτό λίγο μεγαλύτερο από του βιολιού. Οι χορδές της βιόλας ξεκινούν από Ντο που είναι μία οκτάβα χαμηλότερα από το μέσο Ντο και κουρδίζονται σε διαστήματα πέμπτης (Ντο, Σολ, Ρε και Λα). Οι ανοικτές χορδές αναπαράγουν ακριβώς την έκταση του τσέλου αλλά μία οκτάβα ψηλότερα. Το όνομα «βιόλα» χρησιμοποιήθηκε αρχικά για την βιόλα ντα γκάμπα, ένα όργανο που κρατιόταν ανάμεσα στα πόδια. Αλλά ήταν η βιόλα ντα μπράτσο ο αληθινός πρόγονος του βιολιού και της

Μπετόβεν - Σονάτα για πιάνο αρ.14 σε Ντο# ελάσσονα, "Του Σεληνόφωτος", Έργο 27, αρ.2

Πίνακας με εικόνες της αντανάκλασης του σεληνόφωτος σε ήρεμα νερά
Οι επικλητικές μελωδίες και οι ρυθμοί της Σονάτας "Του Σεληνόφωτος" φέρνουν στη φαντασία ζωηρές εικόνες της αντανάκλασης του σεληνόφωτος σε ήρεμα νερά, καθώς και σύννεφα που προμηνύουν τη θύελλα και απειλούν το γαλήνιο σκηνικό.


Η ιδιοφυΐα του Μπετόβεν ως συνθέτη ακτινοβολεί μέσα από τα γνώριμα θέματα αυτής της πασίγνωστης σονάτας. Μεταφέρει σε ένα μόνο όργανο, ολόκληρη τη συναισθηματική δύναμη των συμφωνιών του.

Ο Μπετόβεν συνέθεσε τη σονάτα αυτή το 1801, προτού χάσει την ακοή του. Λέγεται ότι την αφιέρωσε στον πρώτο του έρωτα, την Κόμισσα Τζουλιέτα Γκουιτσάρντι και η εξέλιξη των αισθημάτων της, από τη γαλήνη στην ταραχή και την ένταση, ίσως αντανακλούν αυτή τη σχέση, η οποία τελείωσε όταν εκείνη παντρεύτηκε κάποιον άλλο.

Ο ίδιος ο Μπετόβεν δεν ονόμασε τη σονάτα "Σεληνόφως" - η περιγραφή αυτή προήλθε αργότερα από κάποιον Γερμανό ποιητή στον οποίο, το πρώτο μέρος του έργου θύμιζε σκηνές σεληνόφωτος στα ήρεμα νερά της Λίμνης της Λουκέρνης στην Ελβετία. Από εδώ προέρχεται άλλωστε, η οικουμενικά αποδεκτή σύγκριση της μουσικής με τη ρυτιδιασμένη επιφάνεια του νερού που την αναταράζει ξαφνικά μια ορμητική θύελλα.

Ασφαλώς, αυτό ανταποκρίνεται στο είδος της εικόνας που θα μπορούσε να έχει "ζωγραφίσει" ο Μπετόβεν με τη μουσική του.

Μέρη:

I. Adagio sostenuto

Το πρώτο μέροςAdagio sostenuto,  ξεκινά με το γνώριμο θέμα μιας ροής χωρίς ραφές "τριήχων", με ένα κανονικό ρυθμικό υπόστρωμα του μπάσου ή του αριστερού χεριού. Το αποτέλεσμα είναι εκείνο της ρυτιδιασμένης επιφάνειας του νερού με μια αίσθηση άμπωτης και παλίρροιας που υποβόσκει. Η γνώριμη μελωδία διαπερνά ολόκληρο το μέρος και εισάγει ένα αίσθημα σχεδόν εκστατικής γαλήνης.

II. Allegretto

Το δεύτερο μέρος, Allegretto, λύνει τα μάγια με τον ελαφρότερο και γρηγορότερο βηματισμό του. Η διάθεση παραμένει ήσυχη, αλλά ο τόνος είναι περισσότερο μετρημένος και τολμηρός. Σχεδόν στο τέλος του μέρους, η μουσική δυναμώνει και γίνεται πιο απειλητική σαν να προοιωνίζει ένα αιφνίδιο τέλος της γαλήνιας ατμόσφαιρας. Έπειτα ησυχάζει ξανά προοδευτικά, σαν να αναμένει το ανέφικτο.


III. Presto agitato

Στο τρίτο μέρος, Presto agitato, υπάρχει μια αστραπιαία μεταβολή του ρυθμού όπου η απειλή διαρρηγνύει την επιφάνεια και μουσικά ελευθερώνεται η κόλαση. Η μανία που εκτινάσσεται ανελέητα στα πλήκτρα, συμβολίζει τη βία της θύελλας πάνω στο ατάραχο μέχρι πρότινος νερό.
Ο ρυθμός καθησυχάζει μόνο για μια στιγμή, έπειτα ξανασυσσωρεύει ένταση για το τελικό ξέσπασμα πριν την απότομη κατάληξη. Το αποτέλεσμα είναι εκείνο της αποδέσμευσης μιας τρομερής ενέργειας που την ακολουθεί η εκτόνωση.





Σχόλια