Η βιόλα

Η βιόλα μερικές φορές θεωρείται ο φτωχός συγγενής της οικογένειας των εγχόρδων, χωρίς αυτό να μας εκπλήσσει ιδιαίτερα: το κοντραμπάσο έχει τη θέση του παππού της ορχήστρας, το βιολί την οδηγεί και το τσέλο χρησιμοποιείται με πολλούς διαφορετικούς τρόπους εξαιτίας του όμορφου, μειλίχιου τόνου του. Αλλά η βιόλα, θαμμένη μέσα στα έγχορδα έχει σπανίως την ευκαιρία να λάμψει ως σόλο όργανο. Η βιόλα είναι μόνο κατά το ένα έβδομο μεγαλύτερη από το βιολί. Εκτός από το μεγαλύτερο μέγεθος της είναι εντελώς όμοια με αυτό. Το δοξάρι της βιόλας είναι κι αυτό λίγο μεγαλύτερο από του βιολιού. Οι χορδές της βιόλας ξεκινούν από Ντο που είναι μία οκτάβα χαμηλότερα από το μέσο Ντο και κουρδίζονται σε διαστήματα πέμπτης (Ντο, Σολ, Ρε και Λα). Οι ανοικτές χορδές αναπαράγουν ακριβώς την έκταση του τσέλου αλλά μία οκτάβα ψηλότερα. Το όνομα «βιόλα» χρησιμοποιήθηκε αρχικά για την βιόλα ντα γκάμπα, ένα όργανο που κρατιόταν ανάμεσα στα πόδια. Αλλά ήταν η βιόλα ντα μπράτσο ο αληθινός πρόγονος του βιολιού και της

Ρίμσκι-Κόρσακοφ - Το Πέταγμα της Μέλισσας

Το σύντομο αυτό έργο του Ρίμσκι-Κόρσακοφ γράφτηκε αρχικά ως εμβόλιμο για την όπερα η Ιστορία του Τσάρου Σαλτάν. Η όπερα παρουσιάστηκε πρώτη φορά στη Μόσχα το 1900 με λιμπρέτο βασισμένο σε μια ιστορία του μεγάλου Ρώσου ποιητή Πούσκιν. Αυτό το εμβόλιμο συνοδεύει μια σκηνή που ο κύριος χαρακτήρας - ένας πρίγκιπας - μεταμορφώνεται σε αγριομέλισσα.

Η ασυνήθιστη φύση και οι καθαρές περιγραφικές ιδιότητες του έργου ενθάρρυναν κι άλλους μουσικούς να κάνουν δικές τους διασκευές, συνήθως για σόλο όργανο. Η δημοτικότητα αυτού του κομματιού βρίσκεται σε πλήρη αντίθεση με την υπόλοιπη, σχεδόν ξεχασμένη, μουσική της όπερας.

Μια γρήγορη κατιούσα κλίμακα στο πιάνο αρχίζει αυτήν την τέλεια μινιατούρα - πορτρέτο (στη διασκευή για το πιάνο). Τα εναρκτήρια μέτρα του έργου δε χρησιμεύουν μόνο ως εισαγωγή, αλλά θέτουν και το σκηνικό - ακούμε τις προσπάθειες του πιάνου να μιμηθεί το βόμβο.

Από αυτό το σημείο το πιάνο ζωγραφίζει μια ζωηρή εικόνα του εντόμου που το πέταγμά του θυμίζει, όσο κανένα άλλο, τις μέρες του καλοκαιριού.



Στην ορχηστρική εκδοχή, καθώς το έργο εξελίσσεται, η μελωδία αναδύεται και βυθίζεται κι επιστρέφει στον εαυτό της, μεγαλώνει σε ένταση καθώς κινείται στα ανώτερα όρια του φάσματος των εγχόρδων. Τελικά, η μελωδία σκαρφαλώνει στην κλίμακα, προτού βυθιστεί σε μια απαλή καταληκτική πιτσικάτο συγχορδία.




Σχόλια