Η βιόλα

Η βιόλα μερικές φορές θεωρείται ο φτωχός συγγενής της οικογένειας των εγχόρδων, χωρίς αυτό να μας εκπλήσσει ιδιαίτερα: το κοντραμπάσο έχει τη θέση του παππού της ορχήστρας, το βιολί την οδηγεί και το τσέλο χρησιμοποιείται με πολλούς διαφορετικούς τρόπους εξαιτίας του όμορφου, μειλίχιου τόνου του. Αλλά η βιόλα, θαμμένη μέσα στα έγχορδα έχει σπανίως την ευκαιρία να λάμψει ως σόλο όργανο. Η βιόλα είναι μόνο κατά το ένα έβδομο μεγαλύτερη από το βιολί. Εκτός από το μεγαλύτερο μέγεθος της είναι εντελώς όμοια με αυτό. Το δοξάρι της βιόλας είναι κι αυτό λίγο μεγαλύτερο από του βιολιού. Οι χορδές της βιόλας ξεκινούν από Ντο που είναι μία οκτάβα χαμηλότερα από το μέσο Ντο και κουρδίζονται σε διαστήματα πέμπτης (Ντο, Σολ, Ρε και Λα). Οι ανοικτές χορδές αναπαράγουν ακριβώς την έκταση του τσέλου αλλά μία οκτάβα ψηλότερα. Το όνομα «βιόλα» χρησιμοποιήθηκε αρχικά για την βιόλα ντα γκάμπα, ένα όργανο που κρατιόταν ανάμεσα στα πόδια. Αλλά ήταν η βιόλα ντα μπράτσο ο αληθινός πρόγονος του βιολιού και της

Γκέρσουιν - Ένας Αμερικανός στο Παρίσι

Στη δεκαετία του 1920, το Παρίσι ασκούσε μεγάλη γοητεία σε πολλούς Αμερικανούς, ιδιαίτερα σε συγγραφείς, καλλιτέχνες και μουσικούς. Ο Γκέρσουιν και ο συνάδελφός του συνθέτης τραγουδιών Κόλ Πόρτερ, δεν απέφυγαν τη γοητεία του. Ο τελευταίος έγραψε αρκετά τραγούδια που εξυμνούσαν την πόλη, ενώ ο Γκέρσουιν, έγραψε για το Παρίσι το πιο φιλόδοξο ορχηστρικό του έργο - Ένας Αμερικανός στο Παρίσι.

Πρωτοπαρουσιάστηκε στο Κάρνεγκι Χολ της Νέας Υόρκης το 1928, με διευθυντή το διάσημο Ουόλτερ Ντάμρος.

Είκοσι χρόνια αργότερα το έργο ενέπνευσε μια μεγάλη μουσικοχορευτική κινηματογραφική ταινία, με πρωταγωνιστή τον Τζιν Κέλι.

Το έργο αυτό είναι ένα «συμφωνικό ποίημα», που ανακαλεί εικόνες και ήχους από το Παρίσι, σύμφωνα με τα προσωπικά βιώματα του Γκέρσουιν.

Μια μικρή ζωηρή μελωδία που παίζουν τα βιολιά, με λεπτές αρμονίες στο υπόστρωμα, συστήνει τον Αμερικανό επισκέπτη. Ο διαπεραστικοί ήχος από τις παλιές κόρνες των Παριζιάνων ταξί, εντείνει την αίσθηση του θορύβου των λεωφόρων. Ένα ήσυχο, στοχαστικό τμήμα, με λεπτότερες αρμονίες στα ξύλινα πνευστά και στα έγχορδα, επικαλείται μια αίσθηση της πόλης, ίσως μια νύχτα κάτω από τον έναστρο ουρανό.

Η μουσική ξαναβρίσκει το ρυθμό, προτού ο Γκέρσουιν εισάγει μια ακόμη από τις απολαυστικές μελωδίες του. Ένα ευγενικό ρυθμικό σχήμα, παίζεται πρώτα από μια σόλο τρομπέτα, σε ένα προφανές μπλουζ ύφος.

Μια νέα, ξένοιαστη μελωδία που επίσης παίζεται από σόλο τρομπέτα, οδηγεί τελικά τη μουσική πίσω στο ζωηρό εναρκτήριο θέμα κι έπειτα στην εμφαντική κατάληξη της «θλιμμένης νότας».



Σχόλια