Η βιόλα

Η βιόλα μερικές φορές θεωρείται ο φτωχός συγγενής της οικογένειας των εγχόρδων, χωρίς αυτό να μας εκπλήσσει ιδιαίτερα: το κοντραμπάσο έχει τη θέση του παππού της ορχήστρας, το βιολί την οδηγεί και το τσέλο χρησιμοποιείται με πολλούς διαφορετικούς τρόπους εξαιτίας του όμορφου, μειλίχιου τόνου του. Αλλά η βιόλα, θαμμένη μέσα στα έγχορδα έχει σπανίως την ευκαιρία να λάμψει ως σόλο όργανο. Η βιόλα είναι μόνο κατά το ένα έβδομο μεγαλύτερη από το βιολί. Εκτός από το μεγαλύτερο μέγεθος της είναι εντελώς όμοια με αυτό. Το δοξάρι της βιόλας είναι κι αυτό λίγο μεγαλύτερο από του βιολιού. Οι χορδές της βιόλας ξεκινούν από Ντο που είναι μία οκτάβα χαμηλότερα από το μέσο Ντο και κουρδίζονται σε διαστήματα πέμπτης (Ντο, Σολ, Ρε και Λα). Οι ανοικτές χορδές αναπαράγουν ακριβώς την έκταση του τσέλου αλλά μία οκτάβα ψηλότερα. Το όνομα «βιόλα» χρησιμοποιήθηκε αρχικά για την βιόλα ντα γκάμπα, ένα όργανο που κρατιόταν ανάμεσα στα πόδια. Αλλά ήταν η βιόλα ντα μπράτσο ο αληθινός πρόγονος του βιολιού και της

Μπετόβεν - Για την Ελίζα

H ομορφιά συγκινούσε τον Μπετόβεν και συνήθιζε να αφιερώνει τη μουσική στην εκάστοτε αγαπημένη του. Το έργο του Για την Ελίζα εθεωρείτο ότι γράφτηκε για τη μαθήτριά του Τερέζα Μαλφάτι.


Αυτό το έργο ανήκει στο μουσικό είδος "μπαγκατέλα" (bagatelle) - σύντομο έργο, ελαφρό, με απλή τεχνικής, συνήθως για πιάνο. Ο Μπετόβεν είναι ο πρώτος που ανέδειξε το είδος, καθώς έγραψε τρεις σειρές τέτοιων έργων.

Το Für Elise είναι το δημοφιλέστερο έργο του συνθέτη σε αυτή τη μουσική μορφή. Ορισμένοι βιογράφοι του Μπετόβεν θεωρούν ότι το έργο δεν ήταν αφιερωμένο στην Ελίζα αλλά στην Τερέζα και η αλλαγή του τίτλου οφείλεται σε λάθος κάποιου αντιγραφέα. Αν είναι έτσι, τότε ο Μπετόβεν σχεδόν σίγουρα αφιέρωσε το έργο στη μαθήτριά του Τερέζα Μαλφάτι. Ο Μπετόβεν ήταν ερωτευμένος με τη νεαρή του μαθήτρια εκείνη την εποχή και έγραψε το έργο λαμβάνοντας υπόψη τις περιορισμένες ικανότητες της μαθήτριάς του στο πιάνο. Το έργο γράφτηκε το 1810 αλλά δεν εκδόθηκε παρά το 1867.

Αυτό το απλό, ανεπιτήδευτο έργο είναι από τα πιο ευαίσθητα του συνθέτη. Το εναρκτήριο θέμα είναι ασυνήθιστο γιατί η μελωδία είναι απλωμένη στα δύο χέρια - μια ανάμειξη του ηχηρού χαμηλού μέρους του πιάνου και της υψηλότερης περισσότερο φωνητικής έκτασης του οργάνου. Η αρχική μουσική τελειώνει και ακολουθεί ένα αντιθετικό μέρος με σθεναρότερο χαρακτήρα. Η διάθεση γίνεται περισσότερο ζωηρή με τους γρήγορους δακτυλισμούς του δεξιού χεριού. Αλλά ξαφνικά η μουσική φθάνει σε ένα αιφνίδιο άλμα και οδηγούμαστε ξανά στη γαλήνη του εναρκτήριου μέρους.

Στο σημείο αυτό, καθώς η μουσική κατευθύνεται σε μια ολοκλήρωση, ο Μπετόβεν προσθέτει ένα τελικό τμήμα με επαναλαμβανόμενες νότες των μπάσων. Το τμήμα αυτό διαθέτει τα δικά του λίγα τελικά μέτρα, τον λαμπερό καμβά από νότες για το δεξί χέρι που ανεβάζει τη μουσική στη μεγαλύτερη έκταση του πιάνου. Μια κατιούσα κλίμακα κατόπιν οδηγεί σε μια επανάληψη της αρχικής μελωδίας, η οποία ολοκληρώνει ήσυχα το έργο.


Σχόλια