Η βιόλα

Η βιόλα μερικές φορές θεωρείται ο φτωχός συγγενής της οικογένειας των εγχόρδων, χωρίς αυτό να μας εκπλήσσει ιδιαίτερα: το κοντραμπάσο έχει τη θέση του παππού της ορχήστρας, το βιολί την οδηγεί και το τσέλο χρησιμοποιείται με πολλούς διαφορετικούς τρόπους εξαιτίας του όμορφου, μειλίχιου τόνου του. Αλλά η βιόλα, θαμμένη μέσα στα έγχορδα έχει σπανίως την ευκαιρία να λάμψει ως σόλο όργανο. Η βιόλα είναι μόνο κατά το ένα έβδομο μεγαλύτερη από το βιολί. Εκτός από το μεγαλύτερο μέγεθος της είναι εντελώς όμοια με αυτό. Το δοξάρι της βιόλας είναι κι αυτό λίγο μεγαλύτερο από του βιολιού. Οι χορδές της βιόλας ξεκινούν από Ντο που είναι μία οκτάβα χαμηλότερα από το μέσο Ντο και κουρδίζονται σε διαστήματα πέμπτης (Ντο, Σολ, Ρε και Λα). Οι ανοικτές χορδές αναπαράγουν ακριβώς την έκταση του τσέλου αλλά μία οκτάβα ψηλότερα. Το όνομα «βιόλα» χρησιμοποιήθηκε αρχικά για την βιόλα ντα γκάμπα, ένα όργανο που κρατιόταν ανάμεσα στα πόδια. Αλλά ήταν η βιόλα ντα μπράτσο ο αληθινός πρόγονος του βιολιού και της

Μπετόβεν - Κοντσέρτο για Πιάνο Αρ. 5 σε Μι ύφεση Μείζονα "Αυτοκρατορικό", Έργο 73

Το Αυτοκρατορικό Κοντσέρτο, γραμμένο το 1809, είναι το τελευταίο έργο του Μπετόβεν σε αυτό το είδος - και αναμφίβολα το πιο δημοφιλές. Είναι αφιερωμένο στον Αρχιδούκα Ροδόλφο της Αυστρίας, μαθητή και προστάτη του Μπετόβεν.

Η πρώτη παρουσίαση του έργου έγινε στη Λειψία στις 28 Νοεμβρίου του 1811. Στην πρώτη βιεννέζικη εκτέλεση του κοντσέρτου, ο συνθέτης, πιανίστας και άλλοτε μαθητής του Μπετόβεν Καρλ Τσέρνι, ήταν ο σολίστ. 

Η ονομασία "Αυτοκρατορικό" δόθηκε στο έργο από έναν άγνωστο εκδότη και απηχεί τη μεγαλοπρέπεια της μουσικής.

Μέρη:

I. Allegro

To πρώτος μέρος, Allegro, περιλαμβάνει ένα μουσικό διάλογο της ορχήστρας με το πιάνο. Η ορχήστρα παίζει δυνατά ηχηρές συγχορδίες, ενώ το πιάνο επεξεργάζεται μεγαλοπρεπείς απαντήσεις. Η ορχήστρα συνεχίζει τη μακριά εισαγωγή μόνη, εισάγοντας τα δύο κύρια θέματα. Η πρώτη μελωδία που παίζεται από τα βιολιά, είναι σθεναρή και κατηγορηματική. Το δεύτερο θέμα αποτελούμενο από μια σύντομη σειρά από ασύνδετες νότες, εισάγεται επίσης από τα βιολιά. Τα κόρνα ακολουθούν με μια απαλή παραλλαγή αυτής της μελωδίας. Τότε εμφανίζεται ο σολίστ και συνενώνει τα θέματα. Όλο το υλικό επανέρχεται με μεγαλειώδη αποτελέσματα.


ΙΙ. Adagio un poco mosso

Το δεύτερο μέρος, Adagio un poco mosso, χτίζεται γύρω από μια υμνητική μελωδία, που αναγγέλλεται αρχικά από τα βιολιά. Ο Μπετόβεν απαλύνει τον ήχο των βιολιών με "σουρντίνα". Το πιάνο απαλύνει το θέμα με ένα ελεύθερο, ευγενικό και συγκινητικό τρόπο. Αργότερα ο σολίστ επαναλαμβάνει τη μελωδία με τη συνοδεία μιας συγχορδίας πιτσικάτο των εγχόρδων. Προς το τέλος του μέρους, η ορχήστρα ανακτά τον έλεγχο της μελωδίας, ενώ το πιάνο τη διακοσμεί και τη διανθίζει.


ΙΙΙ. Rondo: Allegro

Στο τρίτο μέρος, Rondo: Allegro, το πιάνο που παίζει μόνο με μια συγχορδία των κόρνων, εισάγει το δραστήριο φινάλε. Αργότερα, διατηρώντας την ελαφριά παιχνιδιάρικη διάθεση του μέρους, ο Μπετόβεν εισάγει λίγα μέτρα ενός δημοφιλούς δημοτικού τραγουδιού. Το πιάνο είναι σταθερά στο προσκήνιο σε όλη τη διάρκεια του μέρους, επιδιδόμενο σε μια πληθώρα δεξιοτεχνιών που οδηγούν το έργο σε μια δυναμική κατάληξη.



Σχόλια