Τζοακίνο Ροσσίνι - Γεγονότα σε ημερομηνίες

Το εξωτερικό της Λα Σκάλα, της περίφημης όπερας του Μιλάνου, όπου παρουσιάστηκαν πολλές όπερες του Τζοακίνο Ροσσίνι. 1792  Ο Τζοακίνο Ροσσίνι γεννιέται στις 29 Φεβρουαρίου στο Πέζαρο, Ιταλία. 1804  Συνθέτει τις  Έξι Σονάτες Εγχόρδων. 1806  Γράφεται στη Μουσική Σχολή της Μπολόνια, γράφει την πρώτη του όπερα,  Δημήτριος και Πολύβιος. 1810  Γράφει αρκετές επιτυχημένες κωμικές όπερες:  Το Συμβόλαιο του Γάμου ,  Η Παράξενη Παρεξήγηση  και άλλες. 1813  Πρεμιέρα του πρώτου σοβαρού αριστουργήματός του,  Tancredi , στο θέατρο La Fenice της Βενετίας. 1815  Μετακομίζει στη Νάπολη, αρχίζει να συνθέτει την όπερα  Ο Κουρέας της Σεβίλλης , γνωρίζει την Ιζαμπέλα Κολμπράν. 1822  Παντρεύεται την Ιζαμπέλα Κολμπράν, εγκαταλείπει την Ιταλία και φεύγει στο Παρίσι και στην Αγγλία. 1824  Επιστρέφει και εγκαθίσταται στο Παρίσι. 1829  Συνθέτει τον  Γουλιέλμο Τέλο , αποφασίζει να μην ξαναγράψει όπερα. 1837  Συζεί με την Ολυμπία Πελισιέ, υποφέρει από την αρρώστια. 1846  Παντρεύεται την Ολυμπία Πελισιέ. 1857  Αρχ

Το Μαντολίνο


Το σύγχρονο μαντολίνο εμφανίστηκε τον 18ο αιώνα. Μετεξελίχθηκε από ένα παλιότερο όργανο, γνωστό ως μάντολα, προερχόμενο από τη μεσαιωνική Ιταλία. Και τα δύο όργανα διαθέτουν σώματα που θυμίζουν λαούτο.

Στην Ιταλία του 18ου αιώνα δεν υπήρχε βασική μορφή μαντολίνου. Κάθε ιταλική πόλη παρουσίαζε τη δική της εκδοχή, που συχνά ποίκιλλε ως προς τις χορδές και το σχεδιασμό. Παρόλα αυτά η ναπολιτάνικη μορφή μαντολίνου είναι η μορφή που επέζησε ως τις μέρες μας.

Το σώμα του μαντολίνου είναι έντονα κοίλο κι αποτελείται από ξεχωριστές λωρίδες ξύλου (τα λεγόμενα πλευρά) κολλημένες μεταξύ τους. Σε αυτό το σημαντικό σκέλος του σχεδιασμού μοιάζει με λαούτο. Ο μεγάλος κενός χώρος στο εσωτερικό του οργάνου συμβάλλει στην απόδοση αυτού του εξαιρετικά δυνατού ήχου.

Στο σύγχρονο μαντολίνο χρησιμοποιούνται μεταλλικές χορδές, που κουρδίζονται όπως και εκείνες του βιολιού. Διαθέτει τάστα όπως η κιθάρα και παίζεται με καρδιόσχημη πένα. Όπως τα περισσότερα έγχορδα, διαθέτει ένα προστατευτικό πλακίδιο προσαρμοσμένο στο σώμα του οργάνου κάτω από το σημείο που παίζονται οι χορδές. Συχνά και αυτό διακοσμείται ιδιαίτερα. Οι χορδές τεντώνονται από το χαμηλότερο άκρο του οργάνου έως το ανώτερο ορθογώνιο σημείο, όπου βρίσκονται τα κλειδιά, περνώντας πάνω από μια χαμηλή γέφυρα.

Το 1770 εκδόθηκε στη Γαλλία ένα βιβλίο διδασκαλίας μαντολίνου. Ακολούθως το όργανο χρησιμοποιήθηκε στην όπερα από τον Αρν και τον Μότσαρτ, δίνοντας την εντύπωση - τουλάχιστον για κάποιο διάστημα - ότι θα επιλεχθεί κι από άλλους μεγάλους συνθέτες. Η δημοτικότητά του εξασθένισε, παρόλο που ο Μπετόβεν συνέθεσε έργα γι΄αυτό και ο Μάλερ το χρησιμοποίησε επίσης. Σήμερα το μαντολίνο παραμένει κυρίως ένα ιταλικό λαϊκό όργανο, που σχετίζεται περισσότερο με τη μουσική των πλανόδιων ερμηνευτών, παρά με τη "σοβαρή" μουσική.

Πώς λειτουργεί το μαντολίνο

Οι χορδές του μαντολίνου διατάσσονται σε τέσσερα ζεύγη και κάθε ζεύγος κουρδίζεται στον ίδιο τόνο. Σε αντίθεση με τα έγχορδα όπου χρησιμοποιείται δοξάρι, ο ήχος που προέρχεται από το χτύπημα των χορδών εξασθενεί από τη στιγμή της ενεργοποίησης της χορδής. Ο ερμηνευτής του μαντολίνου αντιπαρέρχεται αυτόν τον περιορισμό υιοθετώντας έναν tremolo τρόπο παιξίματος. Μετακινώντας την πένα με ταχύτητα πάνω και κάτω, κόντρα στις δύο χορδές, δημιουργεί την αίσθηση του παρατεταμένου ήχου.


Σχόλια