Η βιόλα

Η βιόλα μερικές φορές θεωρείται ο φτωχός συγγενής της οικογένειας των εγχόρδων, χωρίς αυτό να μας εκπλήσσει ιδιαίτερα: το κοντραμπάσο έχει τη θέση του παππού της ορχήστρας, το βιολί την οδηγεί και το τσέλο χρησιμοποιείται με πολλούς διαφορετικούς τρόπους εξαιτίας του όμορφου, μειλίχιου τόνου του. Αλλά η βιόλα, θαμμένη μέσα στα έγχορδα έχει σπανίως την ευκαιρία να λάμψει ως σόλο όργανο. Η βιόλα είναι μόνο κατά το ένα έβδομο μεγαλύτερη από το βιολί. Εκτός από το μεγαλύτερο μέγεθος της είναι εντελώς όμοια με αυτό. Το δοξάρι της βιόλας είναι κι αυτό λίγο μεγαλύτερο από του βιολιού. Οι χορδές της βιόλας ξεκινούν από Ντο που είναι μία οκτάβα χαμηλότερα από το μέσο Ντο και κουρδίζονται σε διαστήματα πέμπτης (Ντο, Σολ, Ρε και Λα). Οι ανοικτές χορδές αναπαράγουν ακριβώς την έκταση του τσέλου αλλά μία οκτάβα ψηλότερα. Το όνομα «βιόλα» χρησιμοποιήθηκε αρχικά για την βιόλα ντα γκάμπα, ένα όργανο που κρατιόταν ανάμεσα στα πόδια. Αλλά ήταν η βιόλα ντα μπράτσο ο αληθινός πρόγονος του βιολιού και της

Καστανιέτες


Οι καστανιέτες μπορούν να θεωρηθούν ως το εθνικό μουσικό όργανο της Ισπανίας, όπου χρησιμοποιούνται από το Μεσαίωνα. Σήμερα, όπως και στο παρελθόν, σχετίζονται με τους χορευτές του φλαμένκο (παραδοσιακός, ανδαλουσιανός χορός). Κρούονται ρυθμικά ή περιστροφικά, συνεισφέροντας ιδιαίτερα στη συναισθηματική ποιότητα του χορού. Πολλοί συνθέτες του 19ου και 20ου αιώνα χρησιμοποίησαν καστανιέτες στις συνθέσεις τους για να προσθέσουν αυτό το ιδιαίτερο "ισπανικό ηχόχρωμα".

Οι καστανιέτες κατασκευάζονταν συνήθως από ξύλο καστανιάς (η λατινική λέξη castanea σημαίνει καστανιά). Ωστόσο, σήμερα χρησιμοποιούνται διάφορα άλλα σκληρά ξύλα, όπως καρυδιά, τριανταφυλλιά ή έβενος. Στο παρελθόν οι καστανιέτες κατασκευάζονταν και από ελεφαντόδοντο. Το οστρακοειδές σχήμα του οργάνου είναι σημαντικό, γιατί υποδηλώνει πως οι πρώτες καστανιέτες κατασκευάζονταν από όστρακα.

Το γεγονός αυτό, με τη σειρά του, υπονοεί ότι το όργανο αυτό χρησιμοποιήθηκε για πρώτη φορά από κατοίκους παράκτιων περιοχών. Πιστεύεται πως αυτοί οι πρώτοι ερμηνευτές ίσως ήταν οι αρχαίοι Φοίνικες, αν και η προέλευση του οργάνου δεν είναι απόλυτα γνωστή.

Στην ορχήστρα, οι καστανιέτες προσαρμόζονται συνήθως σε μια μακριά χειρολαβή και παίζονται με πρόσκρουση του οργάνου στο ελεύθερο χέρι. Οι καστανιέτες αυτού του τύπου αποτελούνται από τρία κύμβαλα, με το κεντρικό να είναι σταθερό και κοίλο από τις δύο πλευρές.

Εναλλακτικά, οι ερμηνευτές στις ορχήστρες χρησιμοποιούν μια "μηχανική καστανιέτα". Εδώ, οι δύο ξύλινοι δίσκοι είναι στερεωμένοι σε ένα κομμάτι ξύλο και περιστρέφονται ξεχωριστά. Είναι πιο εύκολο να επιτευχθούν ακριβείς ρυθμοί με αυτή τη δεύτερη μέθοδο, από ότι με τις παραδοσιακές καστανιέτες.

Οι καστανιέτες των χορευτών ενώνονται με σκοινί που τυλίγεται γύρω από τον αντίχειρα και τον μεσαίο του χεριού και κρούονται με τα δάχτυλα. Οι ερμηνευτές συχνά παίζουν δύο καστανιέτες διαφορετικού μεγέθους. Ένα μικρότερο, πιο υψίφωνο, ζευγάρι καστανιέτες παίζεται με το δεξί χέρι και ένα μεγαλύτερο με το αριστερό. Το μεγαλύτερο όργανο αποκαλείται "αρσενικό" και το μικρότερο "θηλυκό".

Πώς λειτουργούν οι καστανιέτες

Το σχεδόν κυκλικό ξύλινο "όστρακο" του κάθε οργάνου έχει σκαφτεί στο κέντρο της κρουόμενης πλευράς, ώστε να σχηματίζει μια ημισφαιρική κοιλότητα, που περιβάλλεται από μια πλατιά επίπεδη επιφάνεια. Όταν οι καστανιέτες κρούονται, οι δύο κοίλες πλευρές ενώνονται δημιουργώντας ένα χώρο αντήχησης, που βελτιώνει τον ήχο του "χτυπήματος". Εξαιτίας αυτού του κοίλου τμήματος, οι καστανιέτες και παρόμοια όργανα καλούνται μερικές φορές "κρουόμενα αγγεία".




Σχόλια