Η βιόλα

Η βιόλα μερικές φορές θεωρείται ο φτωχός συγγενής της οικογένειας των εγχόρδων, χωρίς αυτό να μας εκπλήσσει ιδιαίτερα: το κοντραμπάσο έχει τη θέση του παππού της ορχήστρας, το βιολί την οδηγεί και το τσέλο χρησιμοποιείται με πολλούς διαφορετικούς τρόπους εξαιτίας του όμορφου, μειλίχιου τόνου του. Αλλά η βιόλα, θαμμένη μέσα στα έγχορδα έχει σπανίως την ευκαιρία να λάμψει ως σόλο όργανο. Η βιόλα είναι μόνο κατά το ένα έβδομο μεγαλύτερη από το βιολί. Εκτός από το μεγαλύτερο μέγεθος της είναι εντελώς όμοια με αυτό. Το δοξάρι της βιόλας είναι κι αυτό λίγο μεγαλύτερο από του βιολιού. Οι χορδές της βιόλας ξεκινούν από Ντο που είναι μία οκτάβα χαμηλότερα από το μέσο Ντο και κουρδίζονται σε διαστήματα πέμπτης (Ντο, Σολ, Ρε και Λα). Οι ανοικτές χορδές αναπαράγουν ακριβώς την έκταση του τσέλου αλλά μία οκτάβα ψηλότερα. Το όνομα «βιόλα» χρησιμοποιήθηκε αρχικά για την βιόλα ντα γκάμπα, ένα όργανο που κρατιόταν ανάμεσα στα πόδια. Αλλά ήταν η βιόλα ντα μπράτσο ο αληθινός πρόγονος του βιολιού και της

Μέντελσον - γαμήλιο εμβατήριο

(από τη Σκηνική Μουσική για το "Όνειρο Καλοκαιρινής Νύχτας", Έργο 61)


Ο Μέντελσον συνέθεσε την εισαγωγή για το Σαιξπηρικό έργο το 1826, όταν ήταν μόλις 17 χρονών. Ήταν ωστόσο τον Οκτώβριο του 1843 που προσέθεσε διάφορα μέρη μουσικής για μια παράσταση του έργου στο Πότσνταμ, κοντά στο Βερολίνο. Και τα 11 μέρη είχαν τεράστια επιτυχία. Πράγματι, αποτελεί σημείο της ιδιοφυΐας του Μέντελσον ότι παρά τη μεσολάβηση 17 χρόνων, το ύφος των ύστερων συνθέσεων της σκηνικής μουσικής είναι απολύτως συνεπές με εκείνο της εισαγωγής.

Το "Γαμήλιο Εμβατήριο" παίζεται μετά το τέλος της IV πράξης και πανηγυρίζει τον ταυτόχρονο γάμο τριών ζευγαριών. Σήμερα, το Γαμήλιο Εμβατήριο είναι η μελωδία που συνοδεύει σχεδόν αποκλειστικά κάθε γαμήλια τελετή.

Αρχίζει με μια φανφάρα και έπειτα βυθίζεται μεγαλοπρεπώς στην εξαίρετη λιτανεία που έχει συνοδεύσει τόσους και τόσους γάμους.

Ένα ελαφρύτερο, λιγότερο επιβλητικό εμβατήριο συνεχίζει σαν να διασχίζουν το ναό οι ίδιες οι νεράιδες του Σαιξπηρικού έργου. Η τελετουργική μουσική επαναλαμβάνεται άλλες δύο φορές, διανθισμένη με ένα ευγενικότερο, λυρικότερο τμήμα.

Η τελευταία επανάληψη ακούγεται από μακριά και σβήνει σταδιακά μέχρι να γίνει εντελώς ανεπαίσθητη μέσα στο τρεμοφέγγισμα της αιθέριας μουσικής που εκπέμπουν τα ξύλινα πνευστά.

                                                                               ******

Σχόλια